ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Από την ασκητική εμπειρία

του

Αγίου ΙΣΑΑΚ

του     

Σύρου  

 

 

 

 

 

 

Ερμηνευτική απόδοση – επιμέλεια

Κωνσταντίνου Χρ. Καρακόλη,

Δρος Θεολογίας, Φιλολόγου

 

 

 

 

Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ   ΚΥΨΕΛΗ»

Σπαρτάκου 6, Συκιές

Τηλ. (0310) 212659 – Fax: 207340

56626 Θεσσαλονίκη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφιερώνεται

Στους ανά την οικουμένη

Ορθοδόξους Μοναχούς

 

 

 

 

 

 

 

 

Απολυτίκιον

 

Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.

Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, της εν Χριστώ πολιτείας φωστήε πολύφωτος, θεοφόρε Ισαάκ ώφθης εν Πνεύματι, και κατευθύνεις ασφαλώς, σωτηρίας προς οδόν, διδάγμασι θεοπνεύστοις, τους ευφημούντας σε Πάτερ, ως του Χριστού θείον θεράποντα.

 

 

 

Κοντάκιον

 

Ήχος πλ. δ΄. Τη υπερμάχω.

Τη ισαγγέλω πολιτεία σου, μακάριε, του Παρακλήτου ανεδείχθης θείον όργανον, Ισαάκ, και μοναζόντων τύπος εν πάσιν, αλλ’ ως χάριτος της θείας ενδιαίτημα, χάριν αίτησαι ημίν και φως ουράνιον, τοις βοώσι σοι, χαίροις, Πάτερ θεόσοφε.

 

 

 

Μεγαλυνάριον

 

Χαίροις ησυχίας θείος κανών, χαίροις μοναζόντων, ο διδάσκαλος ο σοφός, χαίροις ο παρέχων, τα πρόσφορα εκάστω, της χάριτος τω λόγω, Ισαάκ Όσιε.

 

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ_ 7

ΑΓΑΠΗ_ 10

Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»_ 10

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής 12

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος 12

Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλεία του Θεού. 13

Η πρακτική αγάπη_ 13

Η αγάπη του Θεού είναι αστείρευτη_ 14

Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση_ 14

Αληθινή ελεημοσύνη_ 14

Ο πραγματικός ελεήμων 15

Η αγάπη δεν γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της 15

Η ελεημοσύνη μας κάνει όμοιους με το Θεό_ 15

Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή_ 16

Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο. 16

Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του 16

Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης 17

Η ελεημοσύν του Θεού είναιι αντίθετη με τη δικαιοκρισία_ 17

Η αγάπη θέλει σοφία και σύνεση_ 18

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό_ 19

Η ελεημοσύνη του Θεού είναι θαυμαστή_ 19

Πως ενεργεί η αληθινή αγάπη_ 20

Η ελεήμων καρδία_ 20

Η πρακτική αγάπη μπορεί, σε κάποια περίπτωση, να φέρει σύγχυση και ταραχή_ 21

Προηγείται η πρακτική αρετή και ακολουθεί η ησυχία και η θεωρία του Θεού 22

Το χρήμα και η αγάπη_ 23

Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια_ 23

ΑΜΑΡΤΙΑ – ΜΕΤΑΝΟΙΑ_ 23

Τα αίτια της αμαρτίας 23

Όποιος φοβάται την αμαρτία_ 24

Κάθε αρρώστια έχει το δικό της φάρμακο_ 24

Ξερίζωσε το ελλάτωμα όσο είναι μικρό_ 24

Εξομολογήσου την αρρώστιά σου 24

Η ασυγχώρητη αμαρτία_ 24

Τα είδη της αμαρτίας 24

Μην απελπίζεσαι για τις αμαρτίες σου 25

Η λύπη για τις αμαρτίες μας 25

Ο Κύριος ελεεί τον μετανοούντα_ 26

Θυμήσου τους «ενάρετους» που... έπεσαν 27

Ανώτερος όλων είναι ο μετανοών 27

Μετάνοια «δια βίου»_ 27

Η δεύτερη χάρη μετά τη χάρη του βαπτίσματος 27

ΑΜΕΛΕΙΑ_ 28

Αισθήσεις συγκρατημένες 28

Τα αίτια της αμέλειας 28

Τα «σημεία» της αμέλειας και τα «σημεία» της εγρήγορσης 28

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ – ΝΗΣΤΕΙΑ_ 29

Με γεμάτο στομάχι 29

Η στέρηση οδηγεί στην εγκράτεια_ 29

Συνέπειες της γαστριμαργίας 29

Νηστεία ανώφελη_ 30

Εγκράτει με μελέτη και προσευχή_ 31

Το τραπέζι του γαστριμάργου και το τραπέζι του φιλόθεου 31

ΘΕΙΕΣ ΓΡΑΦΕΣ_ 32

Η νοητή ακτίνα που φωτίζει 32

Η μελέτη των θείων Γραφών μας φυλάγει από τα πάθη_ 32

Η μελέτη των θείων Γραφών μας ανακαινίζει και μας καθοδηγεί 33

Η γλυκύτατη μελωδία των λόγων του Θεού 33

Η μελέτη των λόγων του Θεού στην ησυχία_ 33

Ο κίνδυνος της πλάνης και της υπερβολής 34

Η προσευχή που ακολουθεί την ανάγνωση των θείων Γραφών 34

ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ – ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ_ 35

Τί σημαίνει να έχεις, ή να στερείσαι, τη θεία χάρη_ 35

Όταν το άγιο Πνεύμα αρχίζει να σε επισκιάζει 35

Η θεία Χάρη είναι καρπός της πίστης ή της εργασίας των εντολών, ή και των δύο_ 38

Οι διάφορες τάξεις χαρισμάτων στο μέλλοντα αιώνα_ 38

Οι πειρασμοί είναι «φύλακες» των χαρισμάτων του Θεού 39

ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ_ 39

Καθαρή ψυχή – καθαρός λόγος 39

Άλλη είναι η καθαρότητα του νου και άλλη της καρδιάς 39

Η πνευματική όραση της καθαρής ψυχής 40

Το φως της αγίας Τριάδας λάμπει στην καθαρή ψυχή_ 41

Η διατήρηση της ψυχικής καθαρότητας 41

ΛΟΓΙΣΜΟΙ 41

Οι αιτίες των λογισμών 41

Η μελέτη της θείας Γραφής εξαφανίζει τους κακούς λογισμούς 42

Ποιος μοναχός έχει αναπαυμένο λογισμό_ 42

Πως να αποδιώκεις τους ύπουλους λογισμούς 43

ΠΑΘΗ_ 43

Τα ονόματα των παθών 43

Τα πάθη δε σβήνουν γρήγορα_ 44

Δε θέλομε τα πάθη, αλλά... αγαπάμε τις αφορμές τους 44

Η κενοδοξία ανοίγει το δρόμο των παθών 44

Πως εξουσιάζονται τα πάθη_ 45

Επίμονο ξερίζωμα των αγκαθιών 46

Τα πάθη διορθώνενται με σωματικούς κόπους στην ησυχία_ 46

Τι είναι απάθεια_ 46

Η ψυχή από τη φύση της είναι απαθής 47

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ – ΘΛΙΨΗ – ΠΟΝΟΣ – ΥΠΟΜΟΝΗ_ 47

Με την ταπείνωση περιορίζουμε τους πειρασμούς των θλίψεων 47

Οι ακούσιες θλίψεις οικονομούνται από τη φιλανθρωπία του Θεού 48

Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στην σοφία και στη δύναμη του Θεού 48

Η σοφία του Θεού στους πειρασμούς των θλίψεων 50

Μέσα στις θλίψεις γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού 51

Για ποιούς λόγους παραχωρούνται οι πειρασμοί 52

Ο σταυρός των πειρασμών σώζει από την υψηλοφροσύνη και οδηγεί στην αρετή_ 53

Με πολύ πόνο και κόπο θα περάσουμε στη βασιλεία του Θεού 53

Την ταπεινή κακοπάθεια ακολουθεί η χαρά_ 54

Θα νικήσουμε τους σωματικούς πειρασμούς με τη χάρη του Κυρίου 56

Οι πειρασμοί των φίλων του Θεού, που είναι οι ταπεινόφρονες 57

Οι πειρασμοί των εχθρών του Θεού, που είναι οι υπερήφανοι 58

Ο πειρασμός της μικροψυχίας 58

Από την πείρα των θλίψεων αποκτούμε σοφία και σύνεση_ 59

Οι πειρασμοί είναι πικρό φάρμακο. Να το παίρνουμε με ταπείνωση και υπομονή_ 60

Οι ακατάπαυστες δεήσεις στους πειρασμούς 60

Κατάκρινε, για τις θλίψεις σου, τον εαυτό σου και μην απελπίζεσαι 61

Η «μέθη» του Θεού κάνει τον άνθρωπο αναίσθητο στις θλίψεις 61

Το σώμα γίνεται αναίσθητο στις θλίψεις 62

Με την υπομονή στις θλίψεις γινόμαστε κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού 62

Υπομονή στις θλίψεις 62

Υποφέροντας την αδικία με ταπείνωση και χαρά_ 62

Η υπομονή είνα χάρισμα του Θεού 62

Η πολύχρονη υπομονή, που έφερε άμετρη τη χάρη του Θεού 63

Οι θαυμάσιοι καρποί της υπομονής του ησυχαστή_ 63

ΠΡΟΣΕΥΧΗ_ 64

Ο Θεός δεν ακούει αμέσως τις ικεσίες των αμελών και ανώριμων 64

Η προσευχή διαλύει τα σύννεφα των παθών 65

Να προσεύχεσαι με το ταπεινό και άκακο φρόνημα του νηπίου 65

Η ταπεινή και επίμονη προσευχή ελκύει τη βοήθεια και τα χαρίσματα του Θεού 65

Η αξία της επίμονης προσευχής. Ό,τι κάνουμε εν Κυρίω είναι προσευχή_ 66

Ο κόπος και ο αγώνας στην προσευχή μπορεί να φέρει πνευματική αλλοίωση_ 67

Άλλο πράγμα είναι η ηδονή της προσευχής και άλλο η θεωρία της προσευχής 67

Η «έκσταση» είναι γεμάτη της καθαρής προσευχής 68

Η σκάλα που οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών είναι κρυμμένη μέσα στην ψυχή_ 68

Πως να διαβάζεις τους ψαλμούς 68

Οι Ψαλμοί, οι μετάνοιες και η γλυκύτητα της προσευχής 69

Να κοιμηθείς με ελαφρό στομάχι, για να έχεις καθαρή νυχτερινή προσευχή_ 69

Τι είναι ευχή_ 69

Η αδιάλειπτη προσευχή_ 69

Τι είναι πνευματική προσευχή; και πως μπορεί να αξιωθεί αυτήν ο αγωνιζόμενος; 70

Όλες οι δεήσεις σε μια μόνο ευχή_ 71

Να εύχεσαι στο Θεό να σου δώσει φωτισμό_ 71

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ – ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ_ 71

Τον ταπεινό «υψώνει» και δοξάζει ο Θεός 71

Να τιμάς τον πλησίον σου 72

Η ταπείνωση είναι στολή της θεότητας 73

Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα_ 75

Πως να προλάβεις την οίηση_ 75

Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια_ 75

Ο Κύριος σοφίζει τον ταπεινό_ 75

Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης 76

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση_ 78

Η ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει 78

Ο Θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο_ 79

Ο υπερήφανος δεν έχει πνευματική όραση_ 80

Η υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό_ 80

Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ο πειρασμός της πορνείας 83

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ «ΡΗΜΑΤΑ» ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ_ 84

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

 

1.      Ας ξεκινήσουμε γράφοντας λίγα λόγια για τη ζωή το αββά Ισαάκ. Ο όσιος αββάς Ισαάκ καταγόταν από γονείς Σύρους. Γεννήθηκε στη Νινευΐ της Μεσοποταμίας ή, κατ’ άλλους, κοντά στην Έδεσσα της Συρίας. Αυτός ο ουρανοπολίτης άνθρωπος, ενώ ήταν στην ακμή της νεότητάς του, απαρνήθηκε τον κόσμο και εγκαταστάθηκε με τον αδελφό του σε ένα κοινόβιο της περιοχής. Εκεί φόρεσε τα αγγελικό σχήμα του μοναχού και ασκήθηκε με αγώνες και κόπους στην πρακτική αρετή. Και αφού, έτσι, υπέταξε τα σαρκικά πάθη στην κατά Θεόν πολιτεία, αποχώρησε σε ερημικό και ήσυχο μέρος, όπου κατοίκησε σε μεμονωμένο κελί, ζώντας μόνος με μόνο το Θεό. Εκεί επιδόθηκε με ζήλο στη νοερή προσευχή και, όπως φαίνεται έμμεσα, από τα κείμενα που μας άφησε, αξιώθηκε από τον Θεό μεγάλων χαρισμάτων. Γράφει λοιπόν ο άγιος, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δέχθηκε πολλούς πειρασμούς στο ερημητήριό του και αναρίθμητες πληγές από τα πονηρά πνεύματα, αλλά και μεγάλη βοήθεια και επισκέψεις της θείας χάρης, που τον παρηγορούσε και τον ενδυνάμωνε στους αγώνες του. Αυτά που θα διαβάσετε στα κείμενα που αφήνω, λέει, είναι η πείρα μου από  τη μελέτη των θείων Γραφών, από τα άγια στόματα των Πατέρων,  και η μικρή δική μου πείρα. Το μεγάλο μυστήριο της ησυχίας, της σιωπής, της μυστικής παρουσίας του Θεού στην καρδιά του, της αδιάλειπτης προσευχής και της πρακτικής αρετής του, μπορούμε με σαφήνεια να το διαβλέψουμε στα κείμενά του. Έτσι π.χ. γράφει στον 38ο Λόγο του: «Πολλές φορές, όταν έγραφα αυτά, παρέλυαν τα δάχτυλά μου επάνω στο χαρτί, και δεν άντεχα τη θεία ηδονή που έπεφτε στην καρδία μου και προκαλούσε πλήρη σιωπή στις σωματικές μου αισθήσεις». Στην ίδια συνάφεια του κειμένου γράφει ότι, «όποιος έφθασε στην τέλεια αγάπη του Θεού, αυτός δε θέλει πια να μείνει στην παρούσα ζωή», και συνεχίζει: «Δεν αντέχω να φυλάξω τα θεία μυστήρια στη σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων και μωρός, για να ωφεληθούν οι αδελφοί μου, διότι αυτή είναι η αληθινή αγάπη».

 

Ο άγιος αββάς Ισαάκ έζησε γύρω στα 700 μ.Χ. Ας έχουμε την ευχή του.

2.      Οι ασκητικοί λόγοι του αββά Ισαάκ, τα «Ασκητικά», όπως λένε τα βιβλία, γράφηκαν στη συριακή γλώσσα για μοναχούς και ησυχαστές. Για ανθρώπους δηλ. που απαρνήθηκαν τον κόσμο και ζούσαν σε ήσυχο φυσικό περιβάλλον, όπου αγωνίζονταν να μεταμορφωθούν, σωματικά και ψυχικά, σε «καινή κτίση». Αυτός ο δρόμος της άσκησης δεν είναι για όλους. Ωστόσο κι εμείς,  που κάνουμε το δικό μας αγώνα, μπορούμε να ωφεληθούμε και να ενισχυθούμε, ζώντας μέσα στον κόσμο στην «υπακοή του Χριστού». Γι αυτό το λόγο, αποφάσισα να μπω μέσα στον ανοιχτό κήπο των κειμένων του, και να μαζέψω εκείνα τα άνθη και τις πρασινάδες, που μου φαίνονταν, εμένα του αρχαρίου, πιο όμορφα και πιο ευωδιαστά. Βέβαια ήταν πολλά που, στα ταπεινά πνευματικά μου μέτρα, ήταν άπιαστα και ασύλληπτα και, γι αυτό, προτίμησα να τα αφήσω να τα μελετήσουν, από άλλες εκδόσεις, οι μοναχοί και οι ερημίτες κι αυτοί, όχι όλοι!

3.      Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ίσως υπάρξουν κάποιοι πνευματικοί κίνδυνοι για το μελετητή αυτού του βιβλίου. Πρώτα πρώτα υπάρχει ο κίνδυνος να θελήσει κάποιος να κάνει αυτά που προσιδιάζουν στην ησυχαστική ζωή, οπότε, ζώντας αυτός στον κόσμο και χωρίς να έχει κοντά του το Γέροντα, θα έχει ψυχικά μπερδέματα, που μπορεί να τον οδηγήσουν ακόμη και σε ψυχονευρωτικές καταστάσεις και φανταστικές ενοχές.

 

Αν υπάρξει, έστω και υποψία, ότι ο μελετητής μπερδεύεται αντί να ωφεληθεί, ας κλείσει το βιβλίο. Ένα άλλο βιβλίο θα βρεθεί, που θα είναι στα δικά του μέτρα, και θα του φέρει τη χαρά του αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, είναι καλό, κατά κάποιο τρόπο, να «βιάζουμε» και εμείς τον εαυτό μας, αφού «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Όμως η βία πρέπει να ασκείται πάντοτε με την ευλογία του Γέροντα, ή του φωτισμένου και συνετού πνευματικού μας, ανάλογα με τα πνευματικά μέτρα μας, και με κριτήριο πάντοτε την πνευματική μας ωφέλεια και χαρά. Θυμάμαι το μακαριστό Γέροντα Παΐσιο που είπε σε κάποιον που έγραφε τα λόγια του στην κασέτα: «Αυτά που λέω είναι για σένα. Τι τα γράφεις; Αν τ’ ακούσουν άλλοι, μπορεί να μελαγχολήσουνε και να τρελαθούνε!».

Έτσι, ας έχουμε υπόψη μας ότι η πνευματική άσκηση διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αν βάλεις έναν, που έχει πρόβλημα στην καρδιά του, να τρέξει με τους κατοστάρηδες, θα μείνει στα πρώτα βήματα! Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες – και ο αββάς Ισαάκ – έχουν διάκριση. Σε μια ακροβατική παράσταση ένας περπατάει πάνω στο σχοινί και άλλος κερνάει πορτοκαλάδες. Ο καθένας μας ας κάνει αυτό που μπορεί, και ο καλός Θεός θα μας κρίνει με τα μέτρα της δικής του αγάπης.

Διάβαζα σε ένα βιβλίο για τον μακαριστό Γέροντα Πορφύριο (του Ωρωπού) ότι πήγε να τον δει μια κοσμική κοπέλα, που ζούσε τη ζωή της χωρίς κανένα ηθικό φραγμό, αλλά αυτό μπέρδεψε πολύ την ψυχή της. Έλεγε, λοιπόν, ο Γέροντας, αναφερόμενος στην περίπτωσή της: «Να δεις, της είπα να κάνει κάτι σαν κανόνα έτσι, αστείο θα σας φανεί, αν το πω. Όμως αυτή θα γλυκαθεί με αυτό που θα κάνει και θα ξανάρθει». Ανάλογες, και πολύ καθοδηγητικές και παρηγορητικές συμβουλές μας δίνει ο αββάς Ισαάκ στα λήμματα 45. 170. 174. 186 αυτού του βιβλίου. Άν θέλετε, ξεκινάτε από κει.

Αν ρωτούσαμε τον άγιο, πώς να διαβάσουμε τα κείμενά του, θα μας έλεγε: Με την ευχή και με ταπείνωση. Διότι χωρίς τη θεία φώτιση τίποτε δεν μπορούμε – όλοι μας – να εννοήσουμε ορθώς.

Ίσως είναι καλό να διαβάζουμε, π.χ. μια σελίδα σήμερα, μια σελίδα αύριο κ.ο.κ. για να μπορούμε να στοχαζόμαστε, να εμπνεόμαστε, και να αφομοιώνομε τα άγια αυτά λόγια. Αυτή τη συμβουλή έδινε ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, όταν αναφερόταν στα «Ασκητικά» του αββά Ισαάκ. «Να διαβάζεις κάθε μέρα μια σελίδα», έλεγε.

Η πρωτότυπη ελληνική μετάφραση, της έκδοσης του 1770, στην οποία στηρίχθηκα κυρίως, έχει πολλές ασάφειες. Γι’ αυτό το λόγο, συμβουλεύθηκα και άλλες μεταφράσεις και προσπάθησα να ερμηνεύσω, με απλά και πολύ σαφή Ελληνικά, τα κείμενα που επέλεξα, και να προσφέρω, έτσι, στην αγάπη και στη λαχτάρα των εν Χριστώ πατέρων και αδελφών μου τα άγιο νοήματα του αββά Ισαάκ.

4.      Στο βιβλίο που έχετε στα χέρια σας θα βρείτε δεκατρείς ανθοδέσμες. Άλλη είναι για την αγάπη, άλλη για τους λογισμούς, άλλη για τους πειρασμούς και τον πόνο. Στον πίνακα Περιεχομένων θα τις βρείτε όλες με αλφαβητική σειρά. Το υλικό που παραθέτω δεν προσφέρεται για επιστημονική αξιολόγηση και κατάταξη. Μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά μας, και έτσι πρέπει να το δούμε.

Ας δώσει ο Θεός το σπλαχνικό του έλεος σε όλους εμάς, που είμαστε άτακτα παιδιά του, για να ταπεινωθούμε, να φωτισθούμε και να ζήσουμε στη δική του μεθυστική αγάπη. Αμήν.

 

 

 

ΑΓΑΠΗ

 

 

Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»

 

1.  Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι που να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του. Κι αυτό, γιατί πίστευε πως το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.

Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πως «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.

Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματά τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.

Κανείς δεν μπορεί να φράσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται, μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκαταστήσει μαζί με το Θεό,  τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ.και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό – να γίνει θεοφόρος – μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; (308-9).

2.  Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ο άγιος Μακάριος ο Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους που καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πως θα’ θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ο αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, που πήρε από το κελί του, με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.

Αλλά και ο αββάς Αγάθων, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο που ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ο αββάς ήταν ο πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του, και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ο θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρό του. Οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μια άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι που ο άρρωστος έγινε καλά. (373 – 4).

3.  Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός κα αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των  κοσμικών πραγμάτωνκαι μαζι, την αγάπη του Θεού (Ματθ. 6, 24). (15).

4.  Αυτός ο άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, που από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ο ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός που στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.

Ο Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδία σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι που δεν γνωρίζουν το Θεό. Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που του έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από τον Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκαμε ο Θεός και απομάκρυνες τη χάρη  του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μου’ δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο (23 – 4).

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής

 

5.  Η αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρις αμέλεια («ακηδεία»). Οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη. (272).

6.  Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του. (156).

 

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος

 

7.  Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ο μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά που μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε που τα’ βαλε ο λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκαν ο Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.

Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ο Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ιδρώτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ιδρώτα, και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί που επέτρεψε ο Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωσή του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, η εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ο σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ιδρώτα του προσώπου μας.

Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ο ουράνιος άρτος είναι ο Χριστός, που ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αυτή η ζωή είναι η τροφή των αγγέλων.

Όποιος βρήκε των αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων – λέει -  από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιω. 4, 8). Λοιπόν όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.

Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλεία του Θεού.

 

8.  Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υποσχέθηκε ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λκ. 22, 30) τί άλλο είναι παρά η αγάπη; Γιατί η αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Η αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός που ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι, και ένιωσαν ντροπή, οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας, και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές, και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη  φτώχεια, και οι φτωχοί και πλούτησαν με την ελπίδα, και οι άρρωστοι, και έγιναν υγιείς, και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί. (282 – 3).

 

Η πρακτική αγάπη

 

9.  Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και η ελεημοσύνη, τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον.

Τι ωραία και αξιέπαινη που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια η μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι η συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό! (289).

10.       Ένας άνθρωπος που ασχολείται με τα βιωτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, η ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου. (300)

11.       Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγοριέται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ο εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός. Γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψεύδος, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του.

Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και όποιος αποστρέφει το πρόσωπό του από τον ευρισκόμενο σε στεναχώρια, η ημέρα του θα είναι σκοτεινή. (354)

12.       Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους που λιώνουν από το σωματικό πόνο. (355)

13.       Είπε ο Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς» (Λουκ. 6, 31). Όταν όμως ο άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη η αγάπη γα τον αδελφό, που φυλάγεται στην προαίρεσή του. (355)

 

Η αγάπη του Θεού είναι αστείρευτη

 

14.       Η αγάπη που προέρχεται από τα πράγματα αυτού του κόσμου μοιάζει με το φως του λυχναριού, που συντηρείται με το λάδι, ή ακόμα, μοιάζει με το χείμαρρο, που τρέχει μόνο όταν βρέχει, ή γίνεται ξερός όταν σταματήσει η βροχή. Όμως η αγάπη που προέρχεται από τον Θεό είναι σαν την πηγή που αναβλύζει και ποτέ δεν σταματάει η ροή της, και το νερό της δε σώνεται, γιατί ο Θεός μόνος είναι η πηγή της αγάπης. (143).

 

Η αγάπη του Θεού φέρνει ασυνήθιστη αλλοίωση

 

15.       Η αγάπη του Θεού είναι από τη φύση της θερμή. Και όταν πέσει σε κάποιον με υπερβολή, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γι’ αυτό και η καρδιά εκείνου που την αισθάνθηκε δεν μπορεί να τη δεχθεί μέσα του και να την αντέξει, αλλά ανάλογα με την ποιότητα της αγάπης που τον επισκίασε, φαίνεται απάνω του μια ασυνήθιστη αλλοίωση. Και αυτά είναι τα αισθητά σημεία αυτής της αλλοίωσης:

Το πρόσωπο του ανθρώπου γίνεται κόκκινο σαν τη φωτιά και χαρούμενο, και το σώμα του θερμαίνεται. Φεύγει απ’ αυτόν ο φόβος και η συστολή («αιδώς»), και γίνεται εκστατικός. Και η δύναμη που συμμαζεύει το νου χάνεται, και έρχεται σε κατάσταση εξωλογική («έκφρων»). Το φοβερό θάνατο για χαρά τον περνάει και ποτέ του ο νους του δε σταματάει να βλέπει και να στοχάζεται τα ουράνια. Και χωρίς να βρίσκεται σωματικά στους ουρανούς, μιλάει σαν να είναι παρών εκεί, χωρίς βέβαια να τον βλέπει κανένας. Χάνει τη φυσική  γνώση και τη φυσική όραση και χάνει την αίσθηση της κίνησής του μέσα στον αισθητό χώρο. Γιατί και όταν κάνει κάτι, δεν το αισθάνεται καθόλου, αφού ο νους το είναι μετέωρος στη θεωρία των ουρανίων. Και η διάνοιά του φαίνεται να συνομιλεί με κάποιον άλλον.

Αυτή την πνευματική μέθη μεθύσανε οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες. Και οι μεν Απόστολοι γυρίσανε όλο τον κόσμο μέσα σε κόπο και μόχθο και ονειδισμούς, ενώ οι Μάρτυρες με κομματιασμένα τα μέλη τους έχυσαν τα αίματά τους σαν τον τρεχούμενο νερό και, ενώ υπέφεραν φοβερά βασανιστήρια, δε δείλιασαν, παρά τα  υπέμειναν με γενναιότητα, και ενώ στην πραγματικότητα ήταν σοφοί, τους πέρασαν για άμυαλους. Άλλοι πάλι περιπλανήθηκαν σε έρημους τόπους και στα βουνά και στις σπηλιές και στις τρύπες της γης. Αυτά που έκαμναν ήταν για τον κόσμο αταξίες, ενώ για το Θεό ήταν εύτακτα. Αυτή την ανοησία τους μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός και μεις να τη φτάσουμε! (104 – 5 ).

Αληθινή ελεημοσύνη

 

16.       Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση και θα θερίσεις το έλεος του Θεού την ημέρα που θα σε κρίνει. Ποια αμαρτήματα σε έκαναν να χάσεις τη χάρη του Θεού; απ’ αυτά να θεραπευθείς για να την αποκτήσεις. Έχασες τη σωφροσύνη; Δεν δέχεται από σένα ο Θεός την ελεημοσύνη ενόσω επιμένεις στην πορνεία. Διότι ο Θεός από σένα θέλει τον αγιασμό του σώματος. (20).

 

Ο πραγματικός ελεήμων

 

17.       Ο ελεήμων να δίνει ελεημοσύνη απ’ αυτά που ο ίδιος απέκτησε, με το δικό του μόχθο και πόνο, και όχι απ’ αυτά που κέρδισε με το ψέμα και την αδικία και με πονηριές. Ένας άγιος άνθρωπος είπε: Αν θέλεις να σπείρεις την αγάπη σου στους φτωχούς, να σπείρεις από τα δικά σου. Αν πάλι θέλεις να σπείρες από τα αγαθά των ξένων, που απέκτησες άδικα, να γνωρίζεις ότι θα γίνουν για σένα πιο πικρά από τα αγριόχορτα. Σας λέω λοιπόν εγώ, ότι αν ο ελεήμων δεν ξεπεράσει τα όρια της δικαιοσύνης, δεν είναι ελεήμων. Γιατί πρέπει όχι μόνο από τα δικά του να δίνει ελεημοσύνη, αλλά και με χαρά να υπομένει τις αδικίες που του γίνονται από τους άλλους, και να ελεεί αυτούς που τον αδικούν. Όταν νικήσει τη δικαιοσύνη με την ελεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, όχι με τα στεφάνια των δικαίων του ιουδαϊκού νόμου, αλλά με τα στεφάνια των τελείων, που αναφέρει το ευαγγέλιο. Γιατί το να δίνει κανείς στους φτωχούς από τα δικά του, και να ντύνει το γυμνό, και να αγαπάει τον πλησίον του σαν τον εαυτό του, και να μην αδικεί, ούτε να λέει ψέματα, αυτά και ο παλιός νόμος τα απαιτούσε. Όμως η τελειότητα της οικονομίας του ευαγγελίου έτσι προστάζει: «Απ’ αυτόν που αρπάζει τα πράγματά σου μην τα ζητάς  πίσω, και να δίνεις σ’ όποιον ζητάει από σένα, χωρίς διάκριση», αν είναι συγγενής σου ή ξένος κ.λ.π. (Λουκ. 6, 30). Και όχι μόνο όταν αρπάζουν τα πράγματά σου, αλλά και τα άλλα δυσάρεστα που σου έρχονται απέξω, πρέπει να τα υπομένεις με χαρά, και να θυσιάζεις ακόμη και τη ζωή σου για τον αδελφό σου. Αυτός είναι ο πραγματικός ελεήμων, και όχι αυτός που δίνει απλώς με το χέρι του ελεημοσύνη στον αδελφό του. Όποιος λοιπόν ακούσει ή δει με τα μάτια του ότι κάτι στεναχωρεί τον αδελφό του και δεν μπορεί να τον αναπαύσει με υλικά αγαθά, αλλά τον συμπονεί και καίεται η καρδιά του γι’ αυτόν, και αυτός είναι αληθινά ελεήμων. Το ίδιο είναι ελεήμων και όποιος δεχθεί ράπισμα από τον αδελφό του και δεν του αντιμιλήσει με την κοσμική αδιαντροπιά και δεν προκαλέσει λύπη στην καρδιά του. (91 – 2).

 

Η αγάπη δεν γνωρίζει την ντροπή ούτε τα μέτρα της

 

18.       Η αγάπη του Θεού δεν γνωρίζει την ντροπή. Γι’ αυτό και δε γνωρίζει την τυποποιημένη κοσμιότητα. Η αγάπη έχει το φυσικό ιδίωμα να μη γνωρίζει σε ποια μέτρα βρίσκεται. Ευτυχής είναι εκείνος που βρήκε εσένα, που είσαι το λιμάνι κάθε χαράς! (236).

 

Η ελεημοσύνη μας κάνει όμοιους με το Θεό

 

19.       Θέλεις να έχεις πνευματική κοινωνία με το Θεό και να απολαύσεις εκείνη την ηδονή που είναι ελεύθερη από τις σωματικές αισθήσεις; Ακολούθησε την εντολή της ελεημοσύνης. Αυτή η ελεημοσύνη του Θεού, όταν βρεθεί μέσα στην καρδιά σου, εικονίζει μέσα σου εκείνο το άγιο κάλλος του Θεού, ως προς το οποίο ήδη έγινες όμοιος με αυτόν.

 

Να εξισώσεις όλους τους ανθρώπους στην ελεημοσύνη και στην τιμή

 

20.       Αδελφέ μου ασκητή, αν σου περισσεύει κάτι απ’ αυτά που σου χρειάζονται για σήμερα, δωσ’ το στους φτωχούς και πήγαινε να προσφέρεις τις προσευχές σου στο Θεό με παρρησία. Μίλησε δηλ. με το Θεό σαν γιος με πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να φέρει την καρδιά μας κοντά στο Θεό, όσο η ελεημοσύνη. Και τίποτε δεν προκαλεί στο νου τόσο γαλήνη, όση η θεληματική φτώχεια. Καλύτερα να σε λένε  οι πολλοί άνθρωποι αμαθή για την απλότητα των τρόπων σου, παρά να δοξάζεσαι ως σοφός και πανέξυπνος. Εάν ένας άνθρωπος είναι πάνω σε άλογο και απλώσει προς το μέρος σου το χέρι του για να πάρει ελεημοσύνη, μην τον αφήσεις να φύγει με άδεια χέρια, διότι οπωσδήποτε εκείνη την ώρα είναι ενδεής, όπως ένας φτωχός. Όταν λοιπόν δίνεις, να δίνεις μεγαλόψυχα, και με ιλαρό πρόσωπο, και να δίνεις περισσότερο απ’ όσο σου ζητάνε. Διότι λέει ο λόγος του Θεού: «Στείλε το ψωμί σου στο φτωχό και σε λίγο θα βρεις την ανταπόδοση». Μην ξεχωρίσεις τον πλούσιο από το φτωχό και μη θέλεις να μάθεις ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος, αλλά  να είναι για σένα όλοι οι άνθρωποι ίσοι, προκειμένου να τους κάνεις το καλό. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσεις να ελκύσεις στο καλό και αυτούς που δεν αξίζουν να τους ελεήσεις. Διότι η ψυχή γρήγορα έλκεται από τις σωματικές ευεργεσίες στο φόβο του Θεού. Ο Κύριος καθόταν και έτρωγε στα τραπέζια με τους τελώνες και τις πόρνες, και δεν ξεχώριζε τους ανάξιους, για να τους ελκύσει όλους, με το έλεός του, στο φόβο του Θεού, και για να μπορέσουν να πλησιάσουν στα πνευματικά μέσω των υλικών αγαθών. Γι’ αυτό το λόγο, στην ελεημοσύνη και στην τιμή, εξίσωσε όλους τους ανθρώπους, είτε είναι κάποιος Ιουδαίος, είτε άπιστος, είτε φονιάς, και μάλιστα διότι είναι αδελφός σου και έχει την ίδια ανθρώπινη φύση με σένα και πλανήθηκε από την αλήθεια χωρίς να το καταλάβει.

Όταν κάνεις ένα καλό σε κάποιον, μεν περιμένεις ανταμοιβή από μέρους του και, έτσι, θα λάβεις αμοιβή από το Θεό και για τα δύο: και για το καλό που έκανες και γιατί δε ζήτησες αναγνώριση. Και αν σου είναι δυνατό, ούτε για τη μέλλουσα ανταμοιβή να κάνεις το καλό, γιατί η αληθινή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει τι θα πει ανταμοιβή. (99 – 100).

Ελέησε τον αμαρτάνοντα, τον ασθενή και το λυπημένο.

 

12. Σκέπασε τον αμαρτάνοντα, όταν δεν έχεις απ΄ αυτό πνευματική ζημία. Έτσι και αυτός τον κάνεις να έχει θάρρος στον αγώνα του, και εσένα σε στηρίζει το έλεος του Κυρίου σου. Στήριζε με το λόγο σου τους ασθενείς και αυτούς που έχουν λυπημένη καρδιά και, όσο στο χέρι σου έχεις υλικά αγαθά, ελέησέ τους, και θα σε υποστηρίξει η δύναμη του Θεού που συντηρεί τα πάντα.

Να μοιράζεσαι τη λύπη των ανθρώπων πονώντας γι’ αυτούς στην προσευχή σου με όλη σου την καρδιά, και θ’ ανοίξει μπροστά στις ικεσία σου η πηγή τους ελέους του Θεού. (128 – 9).

Ο ελεήμων είναι ιατρός της ψυχής του

 

22.       Και τούτο, αδελφέ μου, σου παραγγέλνω. Ας γέρνει πάντοτε μέσα σου ο ζυγός της ελεημοσύνης, μέχρι να αισθανθείς στην καρδιά σου εκείνο το έλεος που πρέπει να έχεις για τον κόσμο.

Ο ελεήμων άνθρωπος είναι ιατρός της ψυχής του, διότι σαν βίαιος άνεμος αποδιώκει από μέσα του το σκοτάδι που προκαλούν τα πάθη. Αυτό είναι το αγαθό χρέος που έχουμε προς το Θεό, σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο της αιωνίου ζωής. (151).

 

«Κλαίειν μετά κλαιόντων»

 

23.       Να ευφραίνεσαι μαζί με αυτούς που ευφραίνονται, και  να κλαις μαζί με αυτούς που κλαίνε. Αυτό φανερώνει την καθαρή σου καρδιά. Με τους αρρώστους αρρώστησε και συ. Με τους αμαρτωλούς να κλάψεις. Με αυτούς που μετανοούν για τις αμαρτίες τους να χαρείς. Να είσαι φίλος με όλους τους ανθρώπους, αλλά και να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου. Να ζεις κατά κάποιον τρόπο τα παθήματα όλων των ανθρώπων, αλλά, σαν μοναχός που είσαι, να μη ζεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Να μην ελέγξεις κανέναν σαν αν είσαι εσύ κάτι παραπάνω  απ’ αυτόν, ούτε να ονειδίσεις και να προσβάλεις άνθρωπο, ακόμη κι αυτούς που έχουν πολύ κακό βίο και πολιτεία. Άπλωσε το φόρεμα της στοργής σου και σκέπασε αυτόν που αμαρτάνει. Και αν δεν μπορέσεις να πάρεις επάνω σου τα αμαρτήματά του και την τιμωρία και την ντροπή του, τουλάχιστον κάνε υπομονή και μη τον ντροπιάζεις μπροστά σου, ή μπροστά στον κόσμο. (239).

 

Το ιλαρό πρόσωπο και ο πόνος της αγάπης

 

24.       Εάν δώσεις κάτι στο φτωχό, να το δώσεις με πρόσωπο ιλαρό, και με καλά λόγια να τον παρηγορήσεις για τη θλίψη του. Όταν κάνεις αυτό που είπα, η ιλαρότητα του προσώπου σου κυριαρχεί στο μυαλό του περισσότερο παρά αυτό που χρειαζόταν και το έλαβε.

Όταν ανοίξεις το στόμα σου κα μιλήσεις εναντίον κάποιου, να θεωρήσεις τον εαυτό σου νεκρό κα άκαρπο για το Θεό εκείνη την ημέρα και ότι όλα τα καλά σου έργα πήγαν χαμένα, κι αν ακόμη έχεις τη γνώμη ότι ο λογισμός σου σε προέτρεψε να μιλήσεις με ειλικρίνεια και με σκοπό να βοηθήσεις. Ποιά ανάγκη υπάρχει, αλήθεια, να γκρεμίσεις με τα λόγια σου το δικό σου πνευματικό σπίτι, για να διορθώσεις του αλλουνού;

Αν έχεις μέσα σου λύπη, για έναν άνθρωπο που για κάποιο λόγο, σωματικά ή ψυχικά, είναι άρρωστος, εκείνη την ημέρα να θεωρείς τον εαυτό σου μάρτυρα και να αισθάνεσαι ότι έπαθες για το Χριστό και ότι αξιώθηκες να τον ομολογήσεις όπως οι ομολογητές. Θυμήσου βέβαια ότι ο Χριστός πέθανε για τους αμαρτωλούς και όχι γι’ αυτούς που πιστεύουν πως είναι δίκαιοι. Κοίτα πόσο σπουδαίο είναι να φέρεσαι έτσι. Μεγάλο πράγμα είναι να λυπάται η καρδιά σου για τους πονηρούς, και να ευεργετείς τους αμαρτωλούς μάλλον παρά τους δικαίους. (237 – 8).

Η ελεημοσύνη του Θεού είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία

 

25.       Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία (δίκαιη κρίση), όταν συνυπάρχουν μέσα στην ίδια την ψυχή, μοιάζουν με τον άνθρωπο που, μέσα στον ίδιο ναό, προσκυνεί το Θεό και τα είδωλα. Η ελεημοσύνη είναι αντίθετη με τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία μετράει και αποδίδει ακριβώς τα ίσα. Γιατί στον καθένα δίνει ό,τι του αξίζει και δε γέρνει προς το ένα μέρος ούτε προσωποληπτεί κατά την ανταπόδοση του δικαίου.

Η ελεημοσύνη όμως είναι λύπη της ψυχής για τον ανήμπορο. Η ελεημοσύνη κινείται από τη θεία χάρη και ξεστρατίζει για να βοηθήσει όλους με συμπάθεια, και στον άξιο τιμωρίας δεν ανταποδίδει το κακό, και τον άξιο του καλού επαίνου τον φορτώνει με αγαθά. Όπως το ξερό χορτάρι και η φωτιά δεν μπορούν να βρεθούν μαζί στον ίδιο χώρο, έτσι δεν μπορούν  να συνευρίσκονται στην ίδια ψυχή η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη. Και όπως δεν μπορούν να ισοζυγιαστούν στους δίσκους της ζυγαριάς ένας κόκκος άμμου από τη μια, και το πολύ βαρύ χρυσάφι από την άλλη, έτσι και η δικαιοκρισία του Θεού δεν μπορεί να εξομοιωθεί στο βάρος και να ισοζυγιαστεί με την ελεημοσύνη του. Και όπως μια χουφτιά άμμου, που πέφτει σε μεγάλη θάλασσα, χάνεται, έτσι και τα αμαρτήματα οποιουδήποτε ανθρώπου δεν μπορούν να σταθούν  μπροστά στη φιλάνθρωπη πρόνοια και στην ευσπλαχνία του Θεού. Και όπως δεν μπορεί να φράξει κανείς μια πηγή με πολύ νερό με μια χούφτα χώμα, έτσι δεν μπορεί να νικηθεί η ελεημοσύνη του Θεού από την κακία των κτισμάτων του. Όπως δεν είναι δυνατό να εμποδίσουμε τη φλόγα της φωτιάς να ανεβεί προς τα επάνω, έτσι δεν μπορούν να εμποδισθούν οι προσευχές των ελεημόνων να ανεβούν στον ουρανό. (235 – 6).

26.       Να γίνεις κήρυκας της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού που, ενώ είσαι ανάξιος, σε φροντίζει και, ενώ τα χρέη σου σ’ αυτόν είναι πολλά, δε σε εκδικείται, παρά για τα μικρά καλά σου έργα που αντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μη καλέσεις λοιπόν το Θεό δίκαιο, γιατί η δικαιοσύνη του δε φαίνεται στα αμαρτωλά σου έργα. Και αν ο Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ο Υιός του Κύριος  Ιησούς Χριστός μας φανέρωσε «ότι μάλλον είναι αγαθός και χρηστός» (Λκ. 6, 35). Είναι αγαθός, λέει, για τους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πως μπορείς να ονομάζεις το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσεις στο κεφάλαιο του ευαγγελίου που γράφει για το μισθό των εργατών; Λέει λοιπόν εκεί: «Φίλε, δε σε αδικώ. Θέλω να δώσω σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα και σε σένα. Ή μήπως επειδή είμαι καλός, το μάτι σου γεμίζει από ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πως πάλι μπορεί να ονομάζει κανείς το Θεό δίκαιο, άμα διαβάσει για τον άσωτο γιο, που σκόρπισε τον πλούτο ασωτεύοντας; Πώς έτρεξε ο πατέρας του και, μόνο με την κατάνυξη και τη συντριβή που έδειξε, έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία να χαίρεται μέσα στον πλούτο του; Και αυτά βέβαια για τον πατέρα του δεν τα είπε κανένας άλλος ώστε να διστάσουμε να τον πιστέψουμε, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Αυτός με τη δική του μαρτυρία μας βεβαίωσε ότι έτσι έχει το πράγμα. Που βλέπεις λοιπόν τη δικαιοσύνη του Θεού; Στο ότι ήμασταν αμαρτωλοί και ο Χριστός πέθανε για μας; Εάν λοιπόν ο Θεός σ’ αυτή τη ζωή είναι ελεήμων και εύσπλαχνος, ας πιστέψουμε ότι ο Θεός δεν μπορεί να αλλοιωθεί.

Λέει ο άγιος Κύριλλος στην ερμηνεία της Γενέσεως: Να φοβάσαι το Θεό από αγάπη και όχι από το σκληρό όνομα της δικαιοσύνης που του δώσανε. Αγάπησέ τον, λοιπόν, όπως έχεις χρέος να τον αγαπήσεις, και όχι για τα μέλλοντα αγαθά που περιμένεις να σου δώσει, αλλά για όσα λάβαμε, και μόνο για τούτον τον κόσμο που δημιούργησε για μας και μας τον χάρισε. Γιατί, είναι κανείς που μπορεί να ανταμείψει το Θεό για ό,τι μας χάρισε; Που είναι η δίκαιη ανταπόδοση στα έργα μας; Ποιος έπεισε το Θεό να μας δημιουργήσει; Και υπάρχει κανείς να τον παρακαλεί για λογαριασμό μας όταν γινόμαστε αχάριστοι; Και όταν κάποτε δεν υπήρχαμε, ποιος ξύπνησε εκείνο το σώμα μας και το έφερε στη ζωή; Ας νιώθουμε, λοιπόν, ευγνωμοσύνη και αγάπη για όσα η άφατη φιλανθρωπία του Θεού μας χάρισε και συνεχίζει να μας χαρίζει.

Η αγάπη θέλει σοφία και σύνεση

 

27.       Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνον που η ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο. Φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις. Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησέ τον και φρόντισέ τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του. Μπροστά σε άνθρωπο που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια του φθόνου, να προσέχεις πολύ πως θα μιλήσεις. Γιατί ενώ εσύ μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά, και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια. Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπό σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ’ αυτόν θα φυλαχθείς. (237).

 

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό

 

28.       Μη μισήσεις τον αμαρτωλό γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του. Και γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με το Χριστό, ο οποίος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δε βλέπεις πως έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; Αλλά και εμάς για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ο διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο που ο διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς; Και γιατί, άνθρωπέ μου, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως γιατί τάχα δεν είναι δίκαιος όπως εσύ; Και που είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους. (244).

 

Η ελεημοσύνη του Θεού είναι θαυμαστή

 

29.       Τι θαυμαστή που είναι η ελεημοσύνη του Θεού! Πόσο εκπληκτική είναι η χάρη του Θεού που μας έκτισε! Τι δύναμη μας έδωσε και μας έκρινε ικανούς για όλα! Πόσο άμετρη είναι η καλοσύνη του, που εισάγει την αμαρτωλή μας φύση στην ανάπλαση! Ποιος μπορεί να εξυμνήσει τη δόξα του; Τον παραβάτη των εντολών του και τον βλάσφημο τον ανασταίνει με τη μετάνοια. Τον άνθρωπο που ήταν άμυαλο χώμα τον ανακαινίζει και τον κάνει συνετό και λογικό. Τον διασκορπισμένο και αναίσθητο νου και τις διασκορπισμένες λόγω των αμαρτιών μας αισθήσεις, όλα αυτά, τα κάνει με την αγάπη του λογική φύση, άξια να εννοεί σωστά τα θεία και τα ανθρώπινα. Γιατί αυτός που ζει ακόμη στις αμαρτίες του δεν είναι ικανός να εννοήσει τη χάρη της προσωπικής του ανάστασης. Που είναι, λοιπόν, η κόλαση που θα μας γεμίσει με θλίψη; Και που είναι η κόλαση που μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός όταν ο Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;

Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, που θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Η ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ο Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς που μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς που καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή η χάρη, που μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη που μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρή σου χάρη, Κύριε. (244 – 6).

Πως ενεργεί η αληθινή αγάπη

 

30.       Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, που δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθεια του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορό του. Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του. Και όποιος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματά του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους τον αδελφό του, κάνει φανερή τη δύναμη της αγάπης του. Ενώ αυτός που τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους του, αποδεικνύει την δύναμη του φθόνου που φωλιάζει μέσα του. Ο φίλος που ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός, ενώ αυτός που γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Το πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός που διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός που ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη. Ο Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση, και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ο δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό. Γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπό του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ο ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Η παιδεία που δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία. (284 – 5).

 

Η ελεήμων καρδία

 

31.       Τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη η καρδιά για  την κτίση:  για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, και για τους δαίμονες, και για κάθε κτίσμα. Και καθώς ο άνθρωπος τα φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια που συνέχει την καρδιά του, και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει η καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει η να δει κάποια βλάβη ή κατι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα, και για τους εχθρούς της αλήθειας, και για αυτούς που τον βλάπτουν προσεύχεται συνεχώς με δάκρυα, ζητώντας από το Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρήσει. Ομοίως προσεύχεται και για τα ερπετά απ΄την πολλή τους ευσπλαχνία, που συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού. (306).

 

Η πρακτική αγάπη μπορεί, σε κάποια περίπτωση, να φέρει σύγχυση και ταραχή

 

32.       Ρωτήθηκε κάποτε ένας πολύ σοφός γέροντας από κάποιον αδελφό ησυχαστή μοναχό: Τι να κάνω; Διότι πολλές φορές συμβαίνει να χρειάζομαι κάτι, που έχω ή για την ασθένειά μου ή για το εργόχειρό μου ή για κάποια άλλη αιτία, και χωρίς αυτό δεν μπορώ να ζήσω στην καλογερική ησυχία. Βλέπω λοιπόν κάποιον που το χρειάζεται, υπερισχύει μέσα μου το έλεος και του το δίνω. Πολλές φορές μάλιστα μπορεί να μου το ζητήσει κάποιος και, πάλι, του το δίνω. Γιατί αναγκάζομαι, και από την αγάπη που έχω και από τη εντολή του Θεού, και δίνω σ’ αυτόν που μου ζητάει το απαραίτητο για τη ζήση μου. Ύστερα όμως η ανάγκη αυτού του πράγματος με κάνει να πέσω σε φροντίδες και σε ταραχή των λογισμών και έτσι σκορπίζω το νου μου και δεν μπορώ να φροντίσω για την καλογερική ησυχία. Και  αναγκάζομαι ίσως να βγω από την ησυχία μου και να πάω έξω να βρω αυτό το πράγμα που έδωσα. Εάν πάλι κάνω υπομονή, και δε φύγω από τον τόπο μου, μπαίνω σε πολλή θλίψη και σύγχυση των λογισμών. Δεν γνωρίζω, ποιο από τα δύο να προτιμήσω: εκείνο που με αναπαύει, αλλά σκορπίζει την ησυχία, για να βοηθήσω τον αδελφό μου, ή να παραβλέψω την αίτησή του και να παραμείνω στην ησυχία μου;

Σ’ αυτά απάντησε ο γέροντας και είπε.

Μπορεί πράγματι η ελεημοσύνη, η αγάπη, η ευσπλαχνία ή οποιαδήποτε αρετή ου νομίζεις ότι είναι του Θεού, μπορεί, λέω,

·        να σε εμποδίσει  από την άσκηση της ησυχίας,

·        να σε κάνει να σκέφτεσαι τον κόσμο,

·        να σε βάζει σε κοσμικές μέριμνες,

·        να σε ταράσσει και να σε αποσπά από τη μνήμη του Θεού,

·        να σε κόβει από τις προσευχές σου,

·        να σε βάζει σε φασαρία και σε ακατάστατους λογισμούς,

·        να σε σταματάει από τη μελέτη των αναγνωσμάτων του Θεού, που είναι όπλο σωτηρίας κατά της περιπλάνησης της φαντασίας. Ακόμη,

·        να λύνει την προσοχή του νου σου, και

·        να σε κάνει, ενώ δέθηκες ψυχικά με την ησυχία, να γυρίζεις εδώ κι εκεί, και μετά την απομόνωσή σου στο κελί σου, να συναναστρέφεσαι με τον κόσμο.

Ακόμη μπορεί,

·        να ξυπνάει τα θαμμένα πάθη σου, και

·        να διαλύει την εγκράτεια των αισθήσεών σου, και

·        να αφαιρεί από μέσα σου τη θανάτωση του κοσμικού φρονήματος, και

·        να σε κατεβάζει από την αγγελική πολιτεία, που έχει μοναδικό της έργο την κοινωνία με το Θεό, και να σε βάζει στην τάξη των κοσμικών,

ε, μια τέτοια ελεημοσύνη και αγάπη ας λείψει από το μοναχό που διάλεξε το δρόμο της ησυχίας. Αυτού του είδους η ελεημοσύνη, για την οποία με ρώτησες, είναι καλή και αξιοθαύμαστη, όταν γίνεται από τους ανθρώπους του κόσμου ή από τους μοναχούς που ζουν σε κοινόβιο και εισέρχονται στις πόλεις για τις ανάγκες τους και γυρίζουν πάλι στο μοναστήρι. (298 – 9).

Προηγείται η πρακτική αρετή και ακολουθεί η ησυχία και η θεωρία του Θεού

 

33.       Ο μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριος ( ο Νεοκαισαρείας και ο Θεολόγος), για τους οποίους ανέφερες στην επιστολή σου ότι αγαπούσαν πολύ την έρημο και ήταν στύλοι και φως της Εκκλησίας και επαινούσαν πολύ την ησυχία, δεν ήρθαν στην ησυχία χωρίς να εκπληρώσουν τις εντολές του Θεού, αλλά τι έκαμαν; Πρώτα κατοίκησαν στον κόσμο εν ειρήνη και φύλαξαν τις εντολές εκείνες που έπρεπε να φυλάξουν ζώντας  με τους ανθρώπους και, έτσι έφτασαν στην καθαρότητα της ψυχής και αξιώθηκαν να ζήσουν στη θεωρία του Αγίου Πνεύματος. Εγώ πιστεύω, γιατί αυτό είναι η αλήθεια, ότι όταν κατοικούσαν στις πόλεις, υποδέχονταν τους ξένους, επισκέπτονταν τους ασθενείς, ντύνανε τους γυμνούς, νίβανε τα πόδια των κουρασμένων με αγάπη, και αν κάποιος τους αγγάρευε να του  μεταφέρουν τα πράγματά του ένα μίλι, αυτοί πήγαιναν για χάρη του δύο μίλια. Και όταν φύλαξαν αυτές τις εντολές, που είναι για τη ζωή στον κόσμο, και άρχισαν να γεύονται στο νου τους την πρώτη μορφή ακινησίας ως προς το κακό, και τις εσωτερικές θείες και μυστικές θεωρίες, από κει και πέρα έσπευσαν και βγήκαν στην ησυχία της ερήμου και εκεί έκαναν υπομονή ζώντας ζωή εσωτερική, και έγιναν άνθρωποι θεωρητικοί, και έζησαν μέσα στη θεωρία των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος, μέχρι που τους κάλεσε η χάρη του Θεού και έγιναν ποιμένες της Εκκλησίας του Χριστού. (370).

34.       Ας αναγκάζουμε λοιπόν τον εαυτό μας να είμαστε από μέσα από την ψύχή μας ελεήμονες σε κάθε ευκαιρία προς όλους τους ανθρώπους, γιατί έτσι μας επιβάλει η διδασκαλία του Κυρίου.

Ποιος σοφός Μοναχός, που έχει τροφές και ρούχα, άμα δει τον πλησίον του γυμνό και πεινασμένο, δε θα του δώσει απ’ αυτό που έχει, αλλά θα τσιγγουνευθεί; Ή ποιός είναι εκείνος που θα δει έναν άνθρωπο να κατατρέχετε από αρρώστια, και να ταλαιπωρείται από σωματικούς κόπους, και να χρειάζεται να τον ανακουφίσουν και, παρ’ όλα αυτά, επειδή τάχα ποθεί την ησυχία, θα προτιμήσει την απομόνωση από τη αγάπη προς τον αδελφό του; Ωστόσο, όταν δεν έχουμε τα μέσα για να ασκήσουμε την πρακτική Ελεημοσύνη, ας είναι η αγάπη και η ελεημοσύνη μέσα στην καρδιά μας και στην προσευχή μας.

Εάν ένας μοναχός συγκατοικεί με άλλους, και το κελί του είναι κοντά τους, και αναπαύεται με τους κόπους τους, είτε είναι υγιής είτε είναι άρρωστος, και αυτός οφείλει να κάνει το ίδιο προς αυτούς. Με άλλα λόγια: Δεν είναι σωστό αυτός να απαιτεί από τους άλλους να τον ανακουφίσουν, και ο ίδιος να κάνει πίσω και να κρύβεται όταν δει τον ομοιοπαθή και ομόσχημο αδελφό του, μάλλον δε τον ίδιο το Χριστό, να στεναχωρείται και να είναι παραπεταμένος και να κοπιάζει πάνω από τις δυνάμεις του. Ένας τέτοιος μοναχός είναι σκληρός, και η ησυχία του είναι ψεύτικη και μόνο στη φαντασία του.

Και καθώς ο άνθρωπος συνίσταται από δύο μέρη, από την ψυχή και το σώμα, έτσι και όλα τα έργα του έχουν διπλή τη φροντίδα, σύμφωνα με τη σύστασή του. Και επειδή η πράξη της αγάπης προηγείται από τη θεωρία του Θεού σε κάθε περίσταση, είναι αδύνατο να υψωθεί ο άνθρωπος στη θεωρία, εάν δεν τελειώσει πρώτα την έμπρακτη αγάπη. Και τώρα, κανείς άνθρωπος δεν τολμά να πει ότι κατορθώνει στην ψυχή του την αγάπη του πλησίον, εάν δεν την εκπληρώσει με τις σωματικές δυνάμεις που διαθέτει, στο χρόνο και στον τόπο που προσφέρονται κάθε φορά. (372 – 4 ).

«Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν»

 

35.       Εάν στ’ αλήθεια είσαι ελεήμων, όταν άδικα σου αφαιρούν τα πράγματά σου, μη λυπηθείς μέσα σου, μήτε να διηγείσαι στους ανθρώπους τη ζημιά που σου έκαμαν, αλλά μάλλον η ελεημοσύνη της καρδιάς σου ας καταπιεί τη ζημιά αυτών που σε αδίκησαν, όπως το πολύ νερό διαλύει τη δύναμη του κρασιού. Δείξε λοιπόν τον πλούτο της ελεημοσύνης σου με τις ευεργεσίες σου προς αυτούς που σε αδίκησαν. Όπως έκαμε ο μακάριος Ελισσαίος στους εχθρούς του, που ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν. Γιατί όταν προσευχήθηκε και τους τύφλωσε θολώνοντας τα μάτια τους, τους έδειξε τη θεϊκή δύναμη που είχε μέσα του. Όταν όμως τους έδωσε να φάνε και να πιούνε και, μετά, τους άφησε να φύγουν, τους έδειξε την ελεημοσύνη της καρδιάς του. (223 – 4).

 

Το χρήμα και η αγάπη

 

36.       Όπως δεν είναι δυνατό, στο ίδιο σώμα να υπάρχει και η υγεία και η αρρώστια και να μη σβήσει το ένα εξαιτίας του άλλου, έτσι ακριβώς είναι αδύνατο να υπάρχουν στο ίδιο σπίτι το πολύ χρήμα και η αγάπη, και να μην εξαλειφθεί το ένα από το άλλο. (278).

 

Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια

 

37.       Πάντοτε τούτο τον τρόπο να έχεις στη ζωή σου: να είσαι γλυκομίλητος και να αποδίδεις τιμή σε όλου τους ανθρώπους. Και να μην κάνεις κανέναν να θυμώσει και να οργισθεί, και να μη ζηλοφθονήσεις, ούτε για την πίστη που έχει κάποιος, ούτε για τα κακά έργα κάποιου άλλου.

Φυλάξου λοιπόν να μη κατηγορήσεις και να μην ελέγξεις κανέναν για κάποια αδυναμία του, γιατί έχουμε στους ουρανούς κριτή απροσωπόληπτο. Εάν όμως θέλεις να τον βοηθήσεις να επιστρέψει στην αλήθεια, να λυπηθείς γι’ αυτόν, και με δάκρυα και με αγάπη πες του ένα ή δυό λόγια, και μην ανάψεις από θυμό εναντίον του, για να μη δει στην καρδιά σου σημείο έχθρας. Γιατί η αγάπη του Θεού δε γνωρίζει να θυμώνει, ούτε να παροργίζεται, ούτε να κατηγορεί κάποιον με εμπάθεια. (31).

 

ΑΜΑΡΤΙΑ * ΜΕΤΑΝΟΙΑ

 

Τα αίτια της αμαρτίας

 

38.       Όποιος δεν απομακρύνεται, με τη θέλησή του, από τα αίτια των παθών, χωρίς να το θέλει σέρνεται από την αμαρτία. Τα αίτια λοιπόν της αμαρτίας είναι αυτά: ο οίνος, οι γυναίκες, ο πλούτος και η ευεξία του σώματος. Όχι ότι αυτά είναι αμαρτίες από τη φύση τους, αλλά η ανθρώπινη φύση επηρεάζεται απ’ αυτά και κλίνει εύκολα προς τα πάθη της αμαρτίας. Γι’ αυτό οφείλει κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται απ’ αυτά με ιδιαίτερη φροντίδα. (19).

 

Όποιος φοβάται την αμαρτία

 

39.       Αυτός που φοβάται την αμαρτία, θα διαβεί τον επικίνδυνο δρόμο της ζωής του χωρίς προσκόμματα και, όταν αρχίζει να βλέπει σκοτάδι μέσα του ή μπροστά του, θα δει φως ιλαρό. Όταν ένας άνθρωπος φοβάται τις αμαρτίες, ο Κύριος, φυλάει τα βήματά του και, όταν γλιστράει στην αμαρτία, τον προλαβαίνει το έλεος του Θεού. Όποιος θεωρεί τα παραπτώματά του μικρά και ασήμαντα, πέφτει σε άλλα, μεγαλύτερα και χειρότερα, και θα τιμωρηθεί επτά φορές περισσότερο, έτσι που κάνει. (20).

 

Κάθε αρρώστια έχει το δικό της φάρμακο

 

40.       Είπε ο άγιος Εφραίμ ότι το καλοκαίρι δεν πολεμάς τον καύσωνα με χειμωνιάτικα ρούχα. Κάθε αρρώστια λοιπόν γιατρεύεται με τα δικά της φάρμακα. Και συ, αν τυχόν κυριεύεσαι από φθόνο, γιατί προσπαθείς να πολεμήσεις τον ύπνο;

 

Ξερίζωσε το ελάττωμα όσο είναι μικρό

 

41.       Όσο το παράπτωμα είναι μικρό και τρυφερό, ξερίζωσέ το, προτού να απλωθεί και ωριμάσει. Μην αμελήσεις, όσο μικρό και να σου φαίνεται το ελάττωμα, γιατί, με τον καιρό, θα το βρεις επάνω σου να σε βασανίζει σαν απάνθρωπος τύραννος, και θα τρέχεις μπροστά του σαν δούλος αιχμάλωτος. Όποιος όμως πολεμάει το πάθος μόλις παρουσιασθεί, γρήγορα το νικάει. (20).

 

Εξομολογήσου την αρρώστιά σου

 

42.       Όποιος είναι άρρωστος και ξέρει ποια είναι η αρρώστια του, οφείλει να ζητάει την κατάλληλη θεραπεία. Αν λέει στο γιατρό από τι πόνο υποφέρει, είναι κοντά στη θεραπεία του, και θα τη βρει εύκολα. Αν όμως είναι πεισματάρης και δε λέει τίποτε, τότε δυναμώνουν οι πόνοι και, όσο αντιστέκεται στο γιατρό, τόσο περισσότερο τυραννιέται. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον πόνο της αμαρτίας.

 

Η ασυγχώρητη αμαρτία

 

43.       Δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία παρά μόνο η αμετανόητη. Ούτε κανένα χάρισμα του Θεού παραμένει χωρίς προσθήκη, παρά μόνο όταν δεν ευχαριστούμε το Θεό για ό,τι έχουμε. (126 – 7).

 

Τα είδη της αμαρτίας

 

44.       Ένα είδος αμαρτίας που γίνεται, είναι όταν ο αγωνιστής φροντίζει για την αρετή κα επιμένει στην εργασία της μέρα και νύχτα, αλλά δεν τα καταφέρνει και πέφτει σε κάποια αμαρτία. Μπορεί δηλ. από άγνοια, ή από διάφορες αιτίες, αντίθετες στο δρόμο της αρετής, ή από τα κύματα των παθών που ξεσηκώνονται στα μέλη του κάθε τόσο, ή από την πνευματική παράλυση που ενδέχεται να του συμβεί για να δοκιμασθεί η ελεύθερη θέλησή του, να γείρει λίγο η ζυγαριά στον αριστερό ζυγό, οπότε έλκεται από την αδυναμία της σάρκας σε κάποια αμαρτία, και λυπάται και ανησυχεί κα στενάζει με πόνο ψυχής για την ταλαιπωρία του αυτή.

Άλλο είδος αμαρτίας είναι, όταν ο άνθρωπος αποχαυνωθεί και αμελήσει την εργασία της αρετής, και εγκαταλείψει πέρα για πέρα το σωστό δρόμο της, και τρέχει σαν υπάκουος δούλος στην απόλαυση των αμαρτιών, και δείχνει ζήλο πως να εφεύρει καινούργιους τρόπους για την πλήρη απόλαυση της ηδονής. Κάνοντας αυτά, είναι έτοιμος, σαν τον αιχμάλωτο δούλο, να κάνει με ιδιαίτερη φροντίδα το θέλημα του εχθρού του, και να προσφέρει τα μέλη του σώματός του όπλα στις διαταγές του διαβόλου. Και δε θυμάται ο δύστυχος καθόλου τη μετάνοια, ούτε περνάει από το νου του να αφήσει τον καταστρεπτικό δρόμο του και να γυρίσει στην αρετή.

Το πρώτο είδος της αμαρτίας, που ανέφερα, είναι όταν ο άνθρωπος γλιστρήσει και πέσει, ενώ βαδίζει στο δρόμο της αρετής και της δικαιοσύνης. Αυτό εννοούν οι Πατέρες, όταν λένε ότι, στο δρόμο του Θεού, συναντάμε και πεσίματα, και εναντιώσεις από τον εχθρό, και καταναγκασμούς και τα παρόμοια. Ενώ το δεύτερο είδος της αμαρτίας, που ανέφερα, είναι να πέσει η ψυχή, και να χαθεί και να εγκαταλείψει τελείως τον αγώνα. (171).

Μην απελπίζεσαι για τις αμαρτίες σου

 

45.       Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι, όταν πέσει ένας άνθρωπος στην αμαρτία, σε οποιαδήποτε αμαρτία, δεν πρέπει να ξεχάσει την αγάπη και τη στοργή του ουράνιου Πατέρα του. Εάν συμβεί, λοιπόν, να πέσει σε ποικίλα παραπτώματα, ας μην αμελήσει το καλό και ας μη σταματήσει στο δρόμο του. Αντίθετα, και αν νικηθεί, πάλι να σηκωθεί και να αγωνισθεί κατά των εχθρών του, και ας βάζει κάθε μέρα καινούργια θεμέλια στην καταστραφείσα οικοδομή του, και ας έχει, μέχρι να φύγει από τούτο τον κόσμο, στο στόμα του το λόγο του προφήτη: «Ας μη χαρεί ο εχθρός μου που έπεσα, γιατί πάλι σηκώνομαι. Και αν καθίσω στο σκοτάδι, ο Κύριος θα μου στείλει το δικό του φως» (Μιχ. 7, 8). Σε καμιά περίπτωση, λοιπόν, να μη σταματήσει τον πόλεμο, και να μην προδώσει, με οριστική ήττα, την ψυχή του, όσο είναι ζωντανός και αναπνέει. Και αν ακόμη συντίβεται το σκάφος της ψυχής του κάθε μέρα, και χάνει τα πνευματικά του εμπορεύματα, να μην παύσει να τα περιποιείται και να το φροντίζει. Και ας δανείζεται, και ας δουλέψει ταξιδεύοντας σε άλλα καράβια, ζώντας με την ελπίδα. Και ο Κύριος τότε, που θα δει τον αγώνα του, θα τον σπλαχνιστεί για το πάθημά του και θα του στείλει το έλεός του και θα του δώσει δύναμη να κάνει υπομονή , και να ανταπαντήσει στα καυστικά βέλη του εχθρού. Αυτή είναι η σοφία που δίνει ο Θεός, και αυτός είναι ο σοφός άρρωστος, αυτός που δεν έχασε την ελπίδα του. Είναι καλύτερα να κατακριθούμε μόνο για μερικά στραβά που κάναμε, αν δεν τα διορθώσουμε, παρά για την πλήρη εγκατάλειψη του αγώνα μας. (171 – 2).

 

Η λύπη για τις αμαρτίες μας

 

46.       Όταν γλιστρήσουμε και πέσουμε σε κάποιο αμάρτημα να μη λυπηθούμε, όταν επιμένουμε σ’ αυτό το αμάρτημα. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές και στους τέλειους να πέσουν. Όμως το να επιμένει ο άνθρωπος στην αμαρτία, χωρίς να ελέγχεται από τη συνείδησή του, είναι τέλεια νέκρωση της ψυχής. Η λύπη, τώρα, που νιώθουμε για τα αμαρτήματά μας, λογαριάζεται από τη χάρη του Θεού ως καθαρή εργασία. Όμως, αυτός που πέφτει για δεύτερη φορά με την πονηρή ελπίδα ότι θα μετανοήσει, χωρίς να δείχνει ίχνη πραγματικής μετάνοιας, αυτός πορεύεται ενώπιον του Θεού από το κακό στο χειρότερο, με πανουργία και δολιότητα, και του’ ρχεται ξαφνικά ο θάνατος, και δεν προλαβαίνει, όπως ήλπιζε, να μετανοήσει αληθινά και με ανάλογα έργα. (243 – 4 ).

47.       Ο Υιός του Θεού υπέμεινε σταυρό για τους αμαρτωλούς. Όλοι οι αμαρτωλοί, λοιπόν, ας πάρουμε θάρρος στην μετάνοιά μας. Γιατί αν το σχήμα μόνο της μετάνοιας του βασιλιά Αχαάβ μετέβαλε την οργή του Θεού για τις αμαρτίες του, πολύ περισσότερο θα εξιλεώσουμε το Θεό, αν η μετάνοιά μας είναι αληθινή, και δεν περιορίζεται μόνο σε καμώματα. Και αν το σχήμα μόνο της ταπείνωσης απομάκρυνε την οργή του Θεού από αυτόν, που η μετάνοια του δεν ήταν αληθινή, πόσο μάλλον η δική μας, που λυπούμαστε πραγματικά για τα αμαρτήματά μας; Η βαθιά λύπη που έχουμε μέσα μας για τις αμαρτίες μας, είναι αρκετή να μας σώσει, κι ας μην καταβάλουμε σωματικούς κόπους. (240 – 1).

 

Ο Κύριος ελεεί τον μετανοούντα

 

48.       Ζητήστε, όσοι ζείτε στην αμαρτία, να βρείτε τον Κύριο, και πάρτε δύναμη ελπίζοντας σ’ αυτόν. Ζητήστε τον με μετάνοια, και θα αγιασθείτε με τον αγιασμό που χαρίζει η παρουσία του, και θα καθαρισθείτε από τις αμαρτίες σας. Όσοι διαπράξατε αμαρτίες, τρέξτε στον Κύριο, που έχει τη δύναμη να συγχωρεί αμαρτήματα και να παραβλέπει σφάλματα. Διότι πήρε όρκο και είπε με το στόμα του προφήτη Ιεζεκιήλ (33, 11): «Ζω εγώ, λέγει ο Κύριος. Δε θέλω το θάνατο του αμαρτωλού, μέχρι να μετανοήσει και να ζήσει αληθινά». Και πάλι: «Όλη την ημέρα άπλωνα τα χέρια μου, περιμένοντας την επιστροφή του ανυπάκουου και φιλόνικου λαού» (Ησ. 65, 2). Και πάλι: «Γιατί επιμένεις στην αμαρτία και πεθαίνεις, λαέ του Ισραήλ;» (Ιεζ. 33, 11), και: «Γυρίστε κοντά μου, και εγώ θα έρθω σε σας» (Μαλ. 3, 7). Και πάλι: «Οποιαδήποτε μέρα επιστρέψει ο αμαρτωλός από το δρόμο που πήρε, και γυρίσει σε μένα τον Κύριο, και ζήσει σύμφωνα με τις εντολές και τη δικαιοσύνη μου, δε θα θυμηθώ τις ανομίες του, και θα ζήσει αληθινή ζωή, λέει ο Κύριος. Και ο δίκαιος εάν εγκαταλείψει τη δικαιοσύνη και αρχίσει να αμαρτάνει και να αδικεί, δε θα λάβω υπόψη μου ότι κάποτε ήταν δίκαιος, παρά θα τον κάνω να γλιστρήσει, για να μετανοήσει. Όμως θα πεθάνει μέσα στο σκοτάδι των πονηρών του έργων, αν επιμένει σ’ αυτά»(Ιεζ. 33, 14.15). Και γιατί τα είπε αυτά; Διότι α αμαρτωλός δεν θα επιμείνει στην αμαρτία του από τη στιγμή που θα επιστρέψει στον Κύριο. Αλλά και η δικαιοσύνη του δικαίου δεν πρόκειται να τον σώσει από την ημέρα που θα αμαρτήσει, αν βέβαια επιμείνεις στο αμάρτημά του. Και στον Ιερεμία έτσι μίλησε ο Θεός: «Πάρε τη μεμβράνη και γράψε όσα θα σου πω: Από τα χρόνια του Ιωσία, του βασιλιά της φυλής Ιούδα, μέχρι σήμερα, όλες τις δυστυχίες που σου είπα, θα τις επιφέρω σε τούτον το λαό. Κι αυτό το λέω, για να ακούσουν οι άνθρωποι, και να φοβηθούν, και να εκγαταλείψουν τον κακό δρόμο που πήραν, και να γυρίσουν πίσω μετανοημένοι, και τότε εγώ θα πάρω από πάνω τους τις αμαρτίες που τους βαραίνουν» (Ιερ. 36, 2.3). Και η Σοφία Σολομώντος είπε: «Όποιος κρατάει κρυφή την αμαρτία του, δε θα ωφεληθεί απ’ αυτό. Όποιος όμως ομολογεί τι αμαρτίες έκανε, και ξέκοψε απ’ αυτές, θα ελεηθεί από το Θεό» (Παρ. 28, 13). Και στον Ησαΐα λέει: «Να ζητήσετε εμένα, τον Κύριο, κι αφού με βρείτε, να ζητήσετε τη βοήθειά μου. Να’ ρθείτε κοντά μου, και να εγκαταλείψει ο αμαρτωλός το δρόμο που πήρε, και ο άδικος τους πονηρούς λογισμούς του, και να γυρίσετε σε μένα, κι εγώ θα σας σπλαχνιστώ και θα σας ελεήσω» (Ησ. 55, 6-9). (26-7).

 

Θυμήσου τους «ενάρετους» που... έπεσαν

 

49.       Θυμήσου πόσοι δυνατοί και ενάρετοι άνθρωποι έπεσαν, και ταπεινώσου για τις αρετές που έχεις. Θυμήσου τους παλιούς, που έπεσαν σε βαριά αμαρτήματα και μετάνοιωσαν, και τι υψηλή τιμή αξιώθηκαν, ύστερα, από το Θεό, και θα πάρεις θάρρος στη μετάνοιά σου. (127).

 

Ανώτερος όλων είναι ο μετανοών

 

50.       Αυτός που συναισθάνεται τις αμαρτίες του, είναι ανώτερος από κείνον που ανασταίνει νεκρούς  με την προσευχή του μέσα στον κόσμο. Αυτός που στενάζει μία ώρα για την ψυχή του, είναι ανώτερος από κείνον που ωφελεί όλο τον κόσμο με τη διδασκαλία του. Αυτός που αξιώθηκε να δει την πραγματική πνευματική του κατάσταση, είναι ανώτερος από κείνον που αξιώθηκε να δει Αγγέλους. Γιατί αυτός βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς  της ψυχής, ενώ εκείνος, βλέπει με τους σωματικούς οφθαλμούς. (153).

 

Μετάνοια «δια βίου»

 

51.       Αν όλοι είμαστε αμαρτωλοί, και αν κανείς δεν είναι ελεύθερος από πειρασμούς, άρα καμιά αρετή δεν είναι ανώτερη από τη μετάνοια. Διότι το έργο της δεν μπορεί ποτέ να τελειώσει μέχρι να πεθάνουμε. Και οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί, όλοι μας, πρέπει πάντα να είμαστε σε μετάνοια, εφόσον θέλουμε να σωθούμε. Και δεν υπάρχει κανένα όριο στην τελείωσή μας, διότι η τελειότητα, και των τελείων ακόμη, είναι ατελής. Γι’ αυτό το λόγο κα η μετάνοια δεν μπορεί να περιορισθεί ούτε σε ορισμένα χρονικά πλαίσια, ούτε σε ορισμένες πράξεις, μέχρι την ώρα του θανάτου. Να θυμάσαι ότι σε κάθε ηδονή ακολουθεί η αηδία και η πικρότητα. (220).

 

Η δεύτερη χάρη μετά τη χάρη του βαπτίσματος

 

52.       Μετά τη χάρη του βαπτίσματος δόθηκε από το Θεό στους ανθρώπους η χάρη της μετάνοιας. Γιατί η μετάνοια είναι η δεύτερη αναγέννηση, που μας χαρίζει ο Θεός. Και τον αρραβώνα της αιώνιας ζωής, που λάβαμε με την πίστη μας στο βάπτισμα, τον ξαναπαίρνουμε τώρα, με τη μετάνοια, ως χάρισμα του Θεού. Μετάνοια είναι η θύρα από την οποία  περνάμε και συναντούμε την ευσπλαχνία του Θεού. Κι αυτή η θύρα είναι ανοιγμένη για όσους τη θέλουν. Αν δεν περάσουμε απ’ αυτή την είσοδο, δεν πρόκειται να βρούμε έλεος. Διότι, κατά τη θεία Γραφή, όλοι οι άνθρωποι αμάρτησαν, όμως ο Θεός, με τη δική του χάρη,  τους απαλλάσσει και τους κάνει δικαίους δωρεάν, μόνο με τη μετάνοιά τους (Ρωμ. 3, 24). Η μετάνοια είναι η δεύτερη χάρη που δίνει ο Θεός, και γεννιέται στην καρδιά που έχει πίστη (εμπιστοσύνη) και φόβο Θεού. (281 – 2).

 

 

 

 

ΑΜΕΛΕΙΑ

 

Αισθήσεις συγκρατημένες

 

53.       Όταν οι αισθήσεις μας είναι συγκρατημένες στη σωφροσύνη, φέρνουν ειρήνη στην ψυχή, και δεν την αφήνουν να ενοχληθεί από τα πράγματα του κόσμου. Και όταν η ψυχή δεν αισθανθεί αυτή την ενόχληση, η νίκη θα έρθει χωρίς αγώνα. Εάν όμως αμελήσει ο άνθρωπος και αφήσει να περάσουν μέσα του οι προσβολές του κοσμικού φρονήματος, τότε αναγκάζεται να πολεμήσει. Όμως έρχεται ταραχή στην πρώτη καθαρότητά του, που είναι (η καθαρότητα) πολύ απλή και ομαλή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ίσως και όλος ο κόσμος, εξαιτίας αυτής της αμέλειας, εξέρχονται από τη φυσική και καθαρή κατάστασή τους. Γι’ αυτό και οι μοναχοί που ζουν μέσα στον κόσμο και ανακατεύονται ε τους κοσμικούς, δεν μπορούν να έχουν καθαρό μυαλό, γιατί γνωρίζουν καλά τη βρομιά της κακίας. Ωστόσο, κάποιοι απ’ αυτούς μπορούν να επανέλθουν στην πρώτη καθαρότητα του νου τους. Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει πάντοτε να αγρυπνεί, και να φυλάει καλά τις αισθήσεις και το νου του από τους κοσμικούς πειρασμούς. (183).

 

Τα αίτια της αμέλειας

 

54.       Η αμέλεια κινείται εναντίον μας, συνήθως από τούτες τις δύο αιτίες: ή από το χορτασμό και το βάρος του στομάχου, ή από τις πολλές απασχολήσεις μας. Διότι και τα δύο αυτά βαραίνουν το νου και χαλαρώνουν την εγρήγορση των αισθήσεων. (146).

 

Τα «σημεία» της αμέλειας και τα «σημεία» της εγρήγορσης

 

55.       Όταν η αμέλεια αρχίζει να μπαίνει στην ψυχή σου με ύπουλο τρόπο, τότε η ψυχή συγχύζεται και εγκαταλείπει τον αγώνα, και πλησιάζει η ώρα να γεμίσει από το σκοτάδι. Σ’ αυτή την περίπτωση συμβαίνουν τα παρακάτω:

Αισθάνεσαι μέσα σου ότι η πίστη σου είναι αδύνατη, ενώ εξωτερικά δείχνεις ότι υπερτερείς. Η εμπιστοσύνη σου στο Θεό χαλαρώνει και έχεις την αίσθηση ότι οι γείτονές σου σε αδικούν. Όλη η ψυχή σου, και το στόμα σου και η καρδιά σου, είναι γεμάτα από κατηγορίες κατά ανθρώπων και πραγμάτων. Κατά των πραγμάτων που συλλογίζεσαι και υποπίπτουν στις αισθήσεις σου και, ακόμη και κατά του υψίστου Θεού. Ακόμη σε πιάνει φόβος μήπως πάθει τίποτε το σώμα σου, ενώ η μικροψυχία γίνεται κυρίαρχη επάνω σου κάθε ώρα και στιγμή. Η ψυχή σου, πάλι, κατά διαστήματα, ζει μέσα στο φόβο, ώστε να δειλιάζεις και να πανικοβάλλεσαι ακόμη και από τη σκιά σου. Κι όλα αυτά, διότι την απόλυτη εμπιστοσύνη σου στην πρόνοια του Θεού τη σκέπασες με την απιστία σου.

Όμως όταν προκόβεις στην αρετή, αυτά τα σημεία θα βρεις μέσα στην ψυχή σου:

Σε όλα τα έργα σου ενδυναμώνεσαι από την ελπίδα στον Θεό. Αποκτάς τον πλούτο της προσευχής. Ο λογισμός σου, ό,τι και να συναντήσεις, βγαίνει κερδισμένος, και αισθάνεσαι την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως. Έτσι, αφ’ ενός φυλάγεσαι, με τα παραπάνω, από την υπερηφάνεια, και αφ’ ετέρου παραβλέπεις τα ελαττώματα του πλησίον σου. Ακόμη, φτάνεις στην επιθυμία να βγεις από το σώμα που φοράς, από αγάπη και πόθο για τα αγαθά της μέλλουσας ζωής. Και όσα θλιβερά σου συμβαίνουν, είτε τα βλέπουμε είτε όχι, τα βρίσκεις ότι είναι δίκαια, και σε ό,τι συμβαίνει γύρω σου βλέπεις την ακρίβεια της θείας πρόνοιας, που σε απομακρύνει από την υψηλοφροσύνη. Και για όλα, ευχάριστα και δυσάρεστα, δοξάζεις και ευχαριστείς το Θεό. Αυτά είναι τα σημεία των ανθρώπων που γρηγορούν, και προφυλάσσονται, και παραμένουν στην ησυχία του κελιού τους, και επιθυμούν να ζήσουν την ακριβή κατά Θεόν πολιτεία. (49 – 50).

 

 

 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ  ΝΗΣΤΕΙΑ

 

Με γεμάτο στομάχι

 

56.       Με γεμάτο στομάχι μην έχεις την αναίδεια να εξετάσεις και να εξερευνήσεις τίποτε από τα θεία πράγματα και νοήματα, για να μη μετανοιώσεις ύστερα. Βάλε καλά στο μυαλό σου τι λέω: Με γεμάτο στομάχι δεν είναι δυνατό να γνωρίσεις τα μυστήρια του Θεού. (95).

 

Η στέρηση οδηγεί στην εγκράτεια

 

57.       Αν έχεις στο κελί σου πράγματα μη αναγκαία για την καλογερική ζωή, σκόρπισέ τα αμέσως σ’ αυτούς που τα χρειάζονται. Εάν όμως δεν έχεις, να μη θέλεις ν’ αποκτήσεις. Καθάρισε το κελί σου από οτιδήποτε κάνει απολαυστική τη ζωή σου και από τα περιττά πράγματα. Διότι, και χωρίς να θέλεις, η έλλειψη των πραγμάτων που αναπαύουν, σε οδηγεί στην εγκράτεια. Επειδή, όταν έχουμε άφθονα υλικά αγαθά, δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε τον εαυτό μας. (100).

 

Συνέπειες της γαστριμαργίας

 

58.       Η γαστριμαργία είναι το έργο των χοίρων. Και τί άλλο είναι το έργο των χοίρων, παρά να αφήνουν άφραγο το στομάχι τους, και συνεχώς να το γεμίζουν με τροφές, χωρίς να έχουν ορισμένο χρόνο για εκπλήρωση των βιολογικών τους αναγκών, όπως οι λογικοί άνθρωποι; Και ποιό είναι το αποτέλεσμα της γαστριμαργίας μας; Από αυτήν προέρχεται ζάλη στο κεφάλι και μεγάλη αύξηση του σωματικού βάρους και χαλάρωση των ώμων. Γι’ αυτό ο γαστρίμαργος αναγκάζεται να μένει πίσω στο έργο του Θεού. Διότι έρχεται στη συνέχεια η οκνηρία να κάνει τις μετάνοιές του, ο σκοτισμός και η ψυχρότητα στη διανοητική του λειτουργία, και ακόμη, νους παχηλός και αδιάκριτος από τους ταραχώδεις και σκοτεινούς λογισμούς. Έρχονται ακόμη και τα παρακάτω: πυκνό νέφος και σκοτεινό, που απλώνεται και σκεπάζει όλη την ψυχή. Μεγάλη αμέλεια σε κάθε έργο του Θεού, όπως στην ανάγνωση του λόγου του Θεού, επειδή δεν μπορεί ο γαστριμάργος να γευθεί τη γλυκύτητα του. Σε μεγάλο βαθμό αποχή από τις αναγκαίες σωματικές εργασίες. Νους ασυγκράτητος, που τριγυρίζει όπου να’ ναι, σ’ όλη τη γη. Οργανικοί επιβλαβείς χυμοί στα μέλη του σώματος. Ακάθαρτες φανταστικές παραστάσεις τη νύχτα, παραστάσεις περίεργων προσώπων, που είναι γεμάτα από κακές επιθυμίες, που περνούν στην ψυχή και εκπληρώνονται μέσα της με τη συγκατάθεσή της. Έτσι, όλο το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση ηδονικών γαργαλισμών, με συχνές ρεύσεις, σε συνεχή κα ανυπόμονη πύρωση. Ακόμη έρχονται στο γαστρίμαργο απατηλοί λογισμοί, με όμορφα και γοητευτικά πρόσωπα απέναντί του, που τον ερεθίζουν κάθε λίγο και λιγάκι και, με τη συντροφιά τους, γαργαλίζουν το νου του. Και χωρίς δισταγμό συγκατατίθεται, και τα μελετάει και τα επιθυμεί γιατί από το σκοτισμό του δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα του η διάκριση. Και αυτό είναι, όπως είπε ο προφήτης (Ιεζ. 16, 19), «το ανταπόδομα της αδελφής από τα Σόδομα, η οποία έτρωγε απολαυστικές τροφές μέχρι χορτασμού...». Ένας, μάλιστα, από τους μεγάλους κατά κόσμον σοφούς είπε το εξής, ότι όποιος θρέψει το σώμα του με πολλές και απολαυστικές τροφές, βάζει σε πόλεμο την ψυχή του και, αν έρθει κάποτε στα σύγκαλά του, και θελήσει με τη βία να συγκρατήσει τον εαυτό του, δε θα τα καταφέρει, γιατί υπάρχει υπερβολική πύρωση στο υπογάστριο, και γιατί τον εκβιάζουν και τον αναγκάζουν στην ακράτεια οι γαργαλιστικοί ερεθισμοί, που κρατούν αιχμάλωτη την ψυχή στην ανάγκη. Βλέπεις εδώ τη σοφία αυτών των αθέων; Και πάλι ο ίδιος σοφός λέει: η καλοπέραση του σώματος με τη μαλθακότητα, και με την υγρότητα του υπογαστρίου, προετοιμάζει την ψυχή να αποκτήσει γρήγορα τα νεανικά πάθη και, έτσι, την περισφίγγει ο θάνατος, και ο άνθρωπος βρίσκεται υπόλογος στο δικαστήριο του Θεού. (110 – 2).

 

Νηστεία ανώφελη

 

59.       Οι σωματικοί κόποι χωρίς καθαρούς λογισμούς, είναι σαν άτεκνη μήτρα και σαν κατάξηροι μαστοί. Γιατί δεν έχουν την δύναμη να φέρουν τον άνθρωπο στη θεογνωσία. Και ενώ αυτού του είδους οι άνθρωποι κάνουν το σώμα τους κατάκοπο, δε νοιάζονται καθόλου να εκριζώσουν τα πάθη από το νου. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να χαρούν τον καρπό των κόπων τους. Όπως αυτός που σπέρνει μέσα στ’ αγκάθια, δεν πρόκειται να θερίσει τίποτε, έτσι κι αυτός που κατατρώει τον εαυτό του με τη μνησικακία και με τη φιλοκτημοσύνη, δεν έχει κανένα όφελος, κι ας κοπιάζει. Απεναντίας, στενάζει στο κρεβάτι του τις νύχτες από την πολλή αυπνία κι από το άγχος. Πάνω σ’ αυτό δίνει τη μαρτυρία της η αγία Γραφή, που λέει: «Αυτός ο λαός, σαν να έπραξε το δίκαιο και σαν να μην παραμέλησε καμιά εντολή μου, ζητούν από μένα, το Θεό, δίκαιη κρίση και αξιοπιστία, και θέλουν να έρθουν κοντά μου και μου λένε: Γιατί υποβληθήκαμε σε νηστείες και ταλαιπωρίες, αφού δε μας έδωσες καμιά σημασία; Κι εγώ τους απάντησα: Γιατί τις ημέρες που νηστεύατε, κυνηγούσατε τα άνομα συμφέροντά σας, που ταυτίζονταν με τις πονηριές του νου σας» (Ησ. 58, 2-5). Και προσφέρατε τα πονηρά σας έργα, και τους κακούς λογισμούς σας, ως θυσίες σε είδωλα. Λογαριάσατε τα συμφέροντα και τις πανουργίες σας για θεούς σας, και θυσιάσατε, με τους κόπους σας, το σώμα σας σ’ αυτούς. Αυτό το σώμα, που είναι ανώτερο από όλα τα θυμιάματα και τις θυσίες. Αυτό, λοιπόν, το σώμα μας σε μένα έπρεπε να το αφιερώσετε, με τις αγαθοεργίες σας, και με την καθαρή σας συνείδηση, λέει ο Κύριος. (222).

 

Εγκράτεια με μελέτη και προσευχή

 

60.       Αν αγαπάς τη σωφροσύνη και την εγκράτεια, διώξε από μέσα σου τους αισχρούς λογισμούς με τη μελέτη των ιερών αναγνωσμάτων και με τη διαρκή προσευχή, και τότε θα οπλισθείς καλά να πολεμήσεις τις αιτίες που διεγείρουν τη φύση σου. (223).

Όταν το σώμα εξασθενήσει με τη νηστεία και την ταπείνωση της ταλαιπωρίας, τότε η ψυχή δυναμώνει με την προσευχή. (196).

Το τραπέζι του γαστριμάργου και το τραπέζι του φιλόθεου

 

61.       Η συναναστροφή μας με τους αγωνιστές κάνει και τα δύο μέρη να πλουτίσουν με τον πλούτο των μυστηρίων του Θεού. Όμως η αγάπη των ανθρώπων προς τους αμελείς και τους τεμπέληδες τους κάνει να παραγεμίσουν με απληστία το στομάχι τους, καθώς κάθονται στο τραπέζι μαζί, και δεν μπορούν να συγκεντρώσουν το νου τους. Σε τέτοιους ανθρώπους, που είναι αμελείς, και αγαπούν τα συμπόσια, φαίνονται αηδή τα φαγητά χωρίς την παρέα τους. Λένε, μάλιστα, «αλίμονο σε κείνον που τρώει μόνος του, γιατί δεν πρόκειται να ευχαριστηθεί». Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι προσκαλούν ο ένας τον άλλον στα συμπόσια, και ανταμείβονται με τις προσκλήσεις αναμεταξύ τους, χωρίς αρχοντιά, σαν μισθωτοί. Φεύγε, αδελφέ μου, από τέτοιους ανθρώπους, και να μη θελήσεις με κανένα τρόπο να συμφάγεις μαζί τους, κι αν ακόμη φτάσεις στην ανάγκη να το κάνεις. Διότι το τραπέζι τους είναι βρόμικο, και έχουν υπηρέτες τους τους δαίμονες. Οι φίλοι του νυμφίου Χριστού δεν τρώνε σε τέτοια τραπέζια.

Αυτός που ετοιμάζει συνεχώς συμπόσια, είναι υπηρέτης του δαίμονα της πορνείας, και μολύνει την ψυχή του ταπεινού. Όποιος τρώει στο τραπέζι του καθαρού το ταπεινό φαγητό του, καθαρίζει την ψυχή του από τα πάθη. Το τραπέζι του γαστριμάργου βρομάει από την αφθονία και την ποικιλία των εδεσμάτων και των τηγανισμάτων. Ο άμυαλος και ασύνετος τρέχει σε τέτοιο τραπέζι, όπως το σκυλί στο μακελειό. Όμως το τραπέζι του ανθρώπου που προσεύχεται συνεχώς, είναι πιο γλυκό από τη μυρωδιά του ψημένου μοσχαριού και από την ευωδία του μύρου. Ο φιλόθεος μοναχός τέτοιο τραπέζι θέλει και το τιμά σαν ατίμητο θησαυρό.

Από το τραπέζι των νηστευόντων και αγρυπνούντων, που κοπιάζουν εν Κυρίω να πάρεις τη χάρη του Θεού, που είναι σαν το φάρμακο που δίνει αληθινή ζωή και, μ’ αυτό, ανάστησε την πεθαμένη ψυχή σου. Διότι ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες κάθεται ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, που τους αγιάζει, και μεταβάλλει τις πικρές κακουχίες και ταλαιπωρίες στη δική του ανεκδιήγητη γλυκύτητα. Αλλά και οι πνευματικοί και επουράνιοι λειτουργοί του Κυρίου, δηλ. οι άγιοι Άγγελοι, τους επισκιάζουν, καθώς και τις άγιες τροφές τους. Εγώ προσωπικά γνώρισα έναν αδελφό, που το’ βλεπε αυτό με τα ίδια του τα μάτια.

Μακάριος είναι αυτός που ξέκοψε τον εαυτό του από κάθε ηδυπάθεια, που το χωρίζει από το δημιουργό του. Μακάριος είναι ο μοναχός που τρέφεται με τον άρτο που κατέβηκε από τον ουρανό, και χάρισε στον κόσμο την αιώνια ζωή. Μακάριος είναι εκείνος που μέσα στον κάμπο της καρδιάς του αισθάνθηκε τη δροσιά της αληθινής ζωής, που κατεβαίνει από την ευσπλαχνία και την αγάπη του Πατρός, και έχει (αυτός ο άνθρωπος) το βλέμμα του προσηλωμένο σ΄αυτή τη δροσιά. Γιατί όταν πιεί απ’ αυτή, θα ευφρανθεί, και θα ξανανιώσει η καρδιά του, και θα βρίσκεται σε κατάσταση χαράς και αγαλλίασης. Αυτός που έχει δει τον Κύριο του την ώρα που τρώει, κρύβεται από τους άλλους και τρώει μόνος του το ψωμί του, και δεν κάθεται με τους υπερήφανους και γαστρίμαργους, για να μη συμφάγει μαζί τους και χάσει το φως του Θεού. Όμως αυτός που στο φαγητό του έχει ανακατέψει το θανατηφόρο φαρμάκι της υψηλοφροσύνης και της καλοπέρασης, δεν μπορεί να φάει με ευχαρίστηση χωρίς την παρέα του. Αυτός που έχει τους φίλους του, για να γλεντάει στο τραπέζι και να γεμίζει το στομάχι του με ευχάριστα εδέσματα, είναι λύκος που τρώει θνησιμαία. Πόσο αχόρταγος είσαι, άμυαλε άνθρωπε, που θέλεις να γεμίσεις το στομάχι σου από τα εδέσματα των αμελών, από τα οποία η ψυχή σου γεμίζει με όλα τα πάθη!

Αυτές οι συμβουλές και οι προφυλάξεις είναι αρκετές γι’ αυτούς που έχουν την ψυχική δύναμη να κυριαρχήσουν στο πάθος του στομάχου. (180 – 2).

 

 

 

ΘΕΙΕΣ ΓΡΑΦΕΣ

 

Η νοητή ακτίνα που φωτίζει

 

62.       Ό,τι διαβάζεις στις θείες Γραφές, πρόσεξε να διακρίνεις το σκοπό των λόγων, για να εμβαθύνεις και να καταλάβεις καλά το βάθος των αγίων νοημάτων. Αυτοί που οδηγούνται από τη θεία χάρη, για να φωτισθούν στη ζωή τους, πάντοτε αισθάνονται κάτι σαν νοητή ακτίνα, που περνάει μέσα από τους στίχους και ξεδιαλύνει το βαθύτερο περιεχόμενο των απλών λόγων, για ν’ αποκτήσει η ψυχή πνευματική σύνεση.

Ο άνθρωπος που διαβάζει σοφούς στίχους, χωρίς να καταλαβαίνει το θαυμάσιο νόημά τους, έχει και την καρδιά του απογυμνωμένη, και σβήνει την αγία δύναμη των λόγων των Γραφών, που χαρίζει στην καρδιά γλυκύτατη γεύση. (5).

Η μελέτη των θείων Γραφών μας φυλάγει από τα πάθη

 

63.       Αν ο μοναχός σταματήσει για ένα μικρό διάστημα να διαβάζει τις θείες Γραφές, και να σκέφτεται θα θεία νοήματά τους, δυναμώνοντας έτσι την αναζήτηση της αλήθειας του Θεού ανάλογα με τα πνευματικά του μέτρα, και αν δεν προφυλάξει τον εαυτό του από την επήρεια των πραγμάτων του κόσμου, ώστε να έχει και την καρδιά του φυλαγμένη και την εργασία των αρετών ευλογημένη, στην περίπτωση αυτή ο μοναχός θα παρασυρθεί στα πάθη. Καλό είναι, λοιπόν, να αυξήσει το φυσικό του πόθο για τις αρετές, και να μην παύσει να αναζητεί και να ερευνά, στις θείες Γραφές, το θέλημα του Θεού, και να ποθεί το Θεό, που τον αισθάνεται ακόμη μακριά του και, ακόμη, καλό είναι, αν δεν εγνώρισε μέσα του την αποκάλυψη του Θεού, και μόνο με την απλή ανάγνωση των θείων Γραφών να τρέφει τους καλούς λογισμούς του και να τους συγκρατεί, για να μην κλίνουν προς τα πάθη, και να μη δεχθεί διαβολικό σπόρο με τη μορφή του καλού, αλλά να φυλάξει την ψυχή του με τον πόθο του Θεού. Εάν λοιπόν, κάνει όλα αυτά, και ζητήσει την ευλογία του Θεού με έμπονη προσευχή και με υπομονή, ο Θεός θα του δώσει ό,τι ζητάει, και θα του ανοίξει τη θύρα της ευσπλαχνίας του, και μάλιστα για την ταπείνωσή του. (45).

 

Η μελέτη των θείων Γραφών μας ανακαινίζει και μας καθοδηγεί

 

64.       Ο σωματικός κόπος και η μελέτη των θείων Γραφών φυλάσσει την καθαρότητα του νου. Τον κόσμο πάλι, τον ενισχύει η ελπίδα και ο φόβος του Θεού. Την ελπίδα και το φόβο στηρίζουν μέσα μας η φυγή από τους κοσμικούς ανθρώπους και η αδιάλειπτη προσευχή. Μέχρι να δεχθεί ο άνθρωπος τη χάρη του Παρακλήτου, χρειάζεται να μελετά τις θείες Γραφές, για να εντυπωθεί μέσα του η μνήμη του καλού, και για να ανακαινισθεί, με τη συνεχή ανάγνωση, η κίνηση της ψυχής του προς το αγαθό, και για να φυλάξει την ψυχή του από τους επικίνδυνους δρόμους της αμαρτίας. Διότι ο αρχάριος αγωνιστής δεν απέκτησε ακόμη την πνευματική δύναμη που αποδιώκει την πλάνη: αυτή την πλάνη, που αιχμαλωτίζει τις ψυχωφελείς ενθυμήσεις και επιφέρει ψυχρότητα σκορπίζοντας εδώ κι εκεί το νου μας. Διότι, όταν η δύναμη του αγίου Πνεύματος κυριαρχήσει στην ψυχή και την καθοδηγεί, τότε, αντί των γραπτών εντολών και των νόμων των θείων Γραφών, πιάνουν ρίζες και βλασταίνουν στην καρδιά οι εντολές του αγίου Πνεύματος. Και τότε διδάσκεται ο άνθρωπος μυστικά, από το άγιο Πνεύμα, και δε χρειάζεται πια τη βοήθεια των γραμμένων λόγων των θείων Γραφών, οπότε η μνήμη των λόγων του Θεού παραμένει αβλαβής, μακριά από τον κίνδυνο της πλάνης και της λήθης. (227).

 

Η γλυκύτατη μελωδία των λόγων του Θεού

 

65.       Διηγούνται για ένα πουλί που το λένε σειρήνα, ότι όποιος ακούσει τη μελωδική φωνή του, τόσο πολύ αιχμαλωτίζεται, ώστε το ακολουθεί στην έρημο και ξεχνάει εξαιτίας του και τις ανάγκες της ίδιας του της ζωής και, στερούμενος τα απαραίτητα, πέφτει και πεθαίνει. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στην ψυχή. Όταν δηλαδή εμπέσει μέσα της η ουράνια γλυκύτητα, τότε, από τη γλυκιά μελωδία των λόγων του Θεού, που τα αισθανόμαστε στο νου μας, ολόκληρη η ύπαρξή μας ακολουθεί το δρόμο της μελωδίας αυτής, με αποτέλεσμα να ξεχάσει τις σωματικές ανάγκες αυτής της ζωής, και ακόμη, να χάσει και την όρεξη για φαγητό, και να υψωθεί, από τούτη τη ζωή, προς το Θεό. (287).

 

Η μελέτη των λόγων του Θεού στην ησυχία

 

66.       Να  διαβάζεις τα ευαγγέλια και τους διδασκάλους και Πατέρες της Εκκλησίας σε έρημο και ήσυχο τόπο, και να ελευθερωθείς από την πολλή φροντίδα του σώματος και από την ταραχή των κοσμικών πραγμάτων, για να γευθεί η ψυχή σου, με την επιμονή της, την γλυκύτητα από την κατανόησή τους. Αυτή η γλυκύτητα είναι ανώτερη από κάθε τι που μπορούμε να αισθανθούμε με τις αισθήσεις μας. Να μη βάζεις στην ίδια μοίρα τα σοφά λόγια των αγίων και τα πλαστά λόγια των ψευδολόγων, που πουλάνε και εμπορεύονται τα θεία λόγια, για να μη μείνεις στο σκοτάδι μέχρι να τελειώσει η ζωή σου, και στερηθείς το κέρδος τους, και ταραχθείς την ώρα του πολέμου σαν πλανεμένος και πέσεις στο βόθρο της άρνησης.

 

Ο κίνδυνος της πλάνης και της υπερβολής

 

67.       Όταν θέλεις να διεισδύσεις στα θεία νοήματα, και φοβάσαι μήπως πλανηθείς να έχεις το εξής σημείο για σιγουριά. Όταν αρχίζει η θεία χάρη και ανοίγει τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής σου, για να αισθάνεσαι τις άγιες εμπειρίες, τότε αρχίζουν να τρέχουν δάκρυα σαν ποτάμι από τα μάτια σου, ώστε να πλένονται και τα μάγουλά σου. Τότε ο πόλεμος που σου φέρνουν οι αισθήσεις συμμαζεύεται και έρχεται μέσα σου η γαλήνη. Όποιος σου πει αντίθετα απ’ αυτά που σου λέω, μην τον πιστέψεις. Πιο φανερό σημείο στο σώμα μας από τα δάκρυα μη ζητήσεις. Όταν, πάλι, ο νους υψωθεί ψηλά και δεν επηρεάζεται αρνητικά από τα κτίσματα, τότε παύουν και τα δάκρυα και οι σωματικές κινήσεις και η λειτουργία των αισθήσεων, και βλέπεις μυστήρια.

Όταν βρεις μέλι, να φας με το μέτρο, για να μην κορεσθείς, και το ξεράσεις. Μερικές φορές σκιρτά, και θέλει από μόνη της να ξεπεράσει τα  όριά της, και να μάθει όσα είναι πάνω από τη φυσική της δύναμη. Πολλές φορές μάλιστα, ενώ διαβάζει τις Γραφές και θαυμάζει αυτά που είναι γραμμένα, κάτι βαθύτερο καταλαβαίνει και χαίρεται. Όταν όμως, κατά θείαν οικονομία, συγκρίνει τον εαυτό της (η ψυχή) με ό,τι υπερφυσικό εννόησε, αναλογίζεται σε ποιά μυστήρια διείσδυσε και  τι υψηλές θεωρίες εγνώρισε. Τότε όμως βρίσκει τη φυσική της δύναμη τόσο υποδεέστερη και μικρότερη σε σύγκριση με κείνα τα θεία μυστήρια, ώστε την πιάνει φόβος και τρόμος, και βιάζεται να γυρίσει στα φυσικά χαμηλά μέτρα της. Σκέφτεται δηλαδή ότι δεν πρέπει να ερευνά τα υπέρλογα, αλλά να σιωπά, για να μην απολεσθεί. Όταν όμως ο Θεός σου δώσει εξουσία να κατανοήσεις κάτι από τα μυστήριά του, να δεχθείς αυτή την ευλογία με ταπείνωση, και να μη φερθείς με αναίδεια κατά των θείων μυστηρίων, αλλά να προσκυνήσεις και να δοξολογήσεις, και με σιωπή και δέος να ευχαριστήσεις το Θεό. Γιατί, όπως δεν είναι καλό να φάμε πολύ μέλι (Παροιμ. 25, 27), έτσι δεν είναι καλό να εξερευνούμε, πέρα από τις δυνάμεις μας, τα θεία λόγια. Γιατί, θέλοντας  να γνωρίσουμε τα μακρινά πράγματα, που είναι δυσπρόσιτα λόγω της τραχύτητας του δρόμου, μπορεί να εξασθενήσει η οπτική δύναμη της ψυχής μας και να βλαφθεί. (96 – 7).

Η προσευχή που ακολουθεί την ανάγνωση των θείων Γραφών

 

68.       Όταν σηκωθείς να προσευχηθείς ή να κάνεις τον κανόνα σου, μετά από προσεκτική ανάγνωση των θείων Γραφών, ο νους σου δε θα πηγαίνει στα κοσμικά θεάματα και ακούσματα, αλλά στα θεία νοήματα που διάβασες. Με αυτό τον τρόπο λησμονείς τα κοσμικά, και ο νους σου φθάνει στην καθαρότητα. Αυτό εννοούσαν οι Πατέρες, όταν έλεγαν ότι η ψυχή, την ώρα της προσευχής, βοηθιέται από την ανάγνωση, και το αντίστροφο. Ότι από την προσευχή φωτίζεται η ψυχή στην ανάγνωση. Έτσι λοιπόν, με την ανάγνωση αποφεύγεις την εξωτερική σύγχυση, και φωτίζεται η ψυχή σου, ώστε να προσεύχεται πάντοτε χωρίς κούραση και ταραχή. (98).

 

 

 

ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ – ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ

 

Τί σημαίνει να έχεις, ή να στερείσαι, τη θεία χάρη

 

69.       Όταν αυξηθεί η χάρη του Θεού στον άνθρωπο, τότε από τον πόθο της αρετής καταφρονεί το θάνατο, και βρίσκει πολλούς λόγους, στην ψυχή του, για να υποφέρει τις θλίψεις. Και όσα θεωρούνται βλαβερά για το σώμα, και επέρχονται ξαφνικά στην ανθρώπινη φύση, για να την κάνουν να υποφέρει, δεν τα λογαριάζει καθόλου, συγκρίνοντάς τα με τα ελπιζόμενα αγαθά. Άλλωστε, δεν είναι δυνατό να γνωρίσει την αλήθεια χωρίς τους πειρασμούς που παραχωρεί ο Θεός. Και αυτό το ξέρει καλά.

Όταν όμως ο άνθρωπος στερηθεί πολύ τη χάρη του Θεού, τότε όλα τα λυπηρά που αναφέραμε βρίσκονται μπροστά του, και νομίζει ότι οι ανθρώπινες γνώσεις του, με τις οποίες εξετάζει τα πράγματα, είναι ανώτερες από την πίστη στο Θεό, και ότι η εμπιστοσύνη στο Θεό σε τίποτε δε βοηθάει, και ότι η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο είναι ανύπαρκτη. Σε όλα αυτά, είναι μέσα οι πονηροί δαίμονες, που τον ενεδρεύουν και του ρίχνουν τα βέλη τους, χωρίς να το καταλαβαίνει. (3).

 

Να επιμείνεις στην τήρηση των εντολών του Θεού, κι ας μην έχεις αισθητή την πείρα της θείας χάρης

 

70.       Εσύ να φυλάξεις τους κοινούς κανόνες της μοναχικής ζωής, για να λυτρωθείς από τις κοσμικές φροντίδες που σε απομακρύνουν από τη θεωρία του Θεού. Εάν στο μεταξύ, προτού προλάβεις να λυτρωθείς, έρθει μέσα σου η χάρη του Θεού, να το θεωρήσεις ότι είναι δώρο του Θεού, και όχι καρπός των κόπων σου. Αν δεν συμβεί αυτό, να ακολουθήσεις τον κοινό δρόμο όλων των ανθρώπων, τηρώντας τις εντολές του Θεού, όπως τις διδάχθηκες, και έτσι να ανεβείς ψηλά στον πνευματικό πύργο. (6).

71.       Αν πεθάνει ο άνθρωπος, έχοντας ζήσει με την ελπίδα να γνωρίσει αισθητώς τα μυστήρια του Θεού, και αν ακόμη δε δει αυτή τη γη της τελειότητας από κοντά, πιστεύω ότι θα κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού μαζί με τους αρχαίους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί είχαν την ελπίδα να φθάσουν την τελειότητα, αλλά δεν αξιώθηκαν να την δουν, σύμφωνα με το λόγο του αποστόλου Παύλου (Εβρ. 11, 39). Επειδή λοιπόν εργάσθηκαν την αρετή σ’ όλη τους τη ζωή, μέχρι που κοιμήθηκαν, θα κληρονομήσουν την βασιλεία του Θεού. Και αν ακόμη ένας άνθρωπος δε γνώρισε αισθητώς τα μυστήρια του Θεού, παρά μόνο μέσα από καθρέφτη, και ήλπισε ότι θα τα απολαύσει από μακριά, και με αυτή την ελπίδα πέθανε, να ξέρεις ότι πήγε στον τόπο των αγίων πατέρων του. Και αν δεν αξιώθηκε σ’ αυτή τη ζωή την τέλεια χάρη του Θεού, όμως μπορούσε να αποκόψει τους πονηρούς λογισμούς, επειδή πάντοτε επικοινωνούσε μαζί της, και την είχε στην σκέψη του και την επιθυμούσε σ’ όλη του τη ζωή. Και επειδή με αυτή την ελπίδα η καρδιά του ήταν γεμάτη από την ευσπλαχνία του Θεού, φεύγει από τον κόσμο τούτο μαζί με τους δικαίους. (46).

 

Όταν το άγιο Πνεύμα αρχίζει να σε επισκιάζει

 

72.       Εάν βλέπεις, σε κάθε λογισμό που κινείται στην ψυχή σου, και σε κάθε ενθύμηση, και στις πνευματικές σου ενατενίσεις την ώρα της ησυχίας σου, να γεμίζουν τα μάτια σου δάκρυα, και να βρέχουν τις παρειές σου, χωρίς εσύ να βιάζεις τον εαυτό σου, να ξέρεις ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, άρχισε να ανοίγει ο φράχτης μπροστά σου, για να έρθει η χάρη του Θεού και να καταστραφεί ο εχθρός.

Μπορεί πάλι, να βρίσκεις, από καιρού εις καιρόν, ότι βυθίζεται ο νους σου στην καρδιά σου,  χωρίς εσύ να το επιδιώκεις κατά τη συνήθειά σου, και να διαμένει εκεί ( ο νους σου) για κάποιο μικρό διάστημα. Μετά απ΄ αυτό, πράγμα που είναι σύνηθες, μπορεί να βλέπεις τα μέλη του σώματός σου σαν να πέρασαν από μεγάλη αρρώστια, και να βασιλεύει η ειρήνη του Θεού στους λογισμούς σου, και αυτό να κρατάει πολύ. Σ’ αυτή την περίπτωση, να ξέρεις ότι η νεφέλη του αγίου Πνεύματος άρχισε να επισκιάζει τη σκηνή της καρδιάς σου. (48).

 

Η παντελής ανάθεση του ανθρώπου στη θεια πρόνοια και η ανταπόκριση της θείας Χάρης.

 

73.       Άμα ο άνθρωπος απορρίψει για τον εαυτό του κάθε αισθητή βοήθεια και κάθε ανθρώπινη ελπίδα, όπως συμβαίνει με τους ησυχαστές, και αφιερωθεί στο Θεό με εμπιστοσύνη και καθαρή καρδιά, αμέσως ακολουθεί η θεία χάρη και του αποκαλύπτει τη δύναμή της βοηθώντας τον με πολλούς τρόπους. Πρώτα πρώτα στα φανερά σωματικά προβλήματα, όπου του δείχνει εμφανώς τη δύναμη της πρόνοιας του Θεού γι’ αυτόν προσωπικά. Και καθώς βλέπει τη φανερή βοήθεια του Θεού, βεβαιώνεται και για τη μυστική βοήθεια του Θεού, όπως ταιριάζει στο ταπεινό και άκακο φρόνημά του και στη σεμνή διαγωγή του. Καταλαβαίνει δηλ. πως τακτοποιούνται οι σωματικές του ανάγκες χωρίς κόπο, αφού δε φροντίζει καθόλου γι’ αυτές. Και η θεία χάρη τον απαλλάσσει από πολλά δυσάρεστα και επικίνδυνα πολλές φορές, πράγματα, χωρίς αυτός να τα καταλαβαίνει. Όλα αυτά τα αποδιώχνει απ’ αυτόν, ανεπαίσθητα, η θεία χάρη, με θαυμαστό τρόπο, και τον σκεπάζει σαν την κλώσα, που ανοίγει τα φτερά της και σκεπάζει τα κλωσσόπουλα, για να μην πάθουν κανένα κακό. Έτσι, του δείχνει ( η θεία χάρη), στα μυστικά μάτια της ψυχής του, πως πλησίαζε η απώλειά του, και φυλάχθηκε αβλαβής. Έτσι, τον γυμνάζει στα πνευματικά και του φανερώνει τις ενέδρες και τις μηχανές των κακών και ακατάληπτων λογισμών. Και τότε, εύκολα τους καταλαβαίνει, και παρακολουθεί πως ο ένας διαδέχεται τον άλλο, και πως παραπλανούν και εξαπατούν τον άνθρωπο, και σε ποιό λογισμό κολλάει ο νους, και πως γεννιούνται ο ένας από τον άλλο, και εξολοθρεύουν την ψυχή. Και κάνει (η θεία χάρη) καταγέλαστη στα πνευματικά του μάτια κάθε ενέδρα και παγίδα των δαιμόνων, και αποκαλύπτει πως εξαφανίζονται οι κακοί λογισμοί τους, και του δίνει σοφία και σύνεση, ώστε να καταλαβαίνει τι μέλλει να συμβεί. Ακόμη, ανατέλλει μέσα στην απλή καρδιά του ένα μυστικό φως, για να βλέπει τα πάντα, και τη δύναμη των λεπτών συλλογισμών, και του δείχνει φανερά τι έμελλε να πάθει, αν δεν εγνώριζε τις δαιμονικές πανουργίες. Και τότε γεννιέται μέσα του η βεβαιότητα ότι για κάθε πράγμα, μικρό και μεγάλο, πρέπει να ζητούμε στην προσευχή μας τη βοήθεια του Δημιουργού μας.

Και όταν η θεία χάρη στεριώσει το φρόνημά του, ώστε να εμπιστεύεται σε όλα, και ολοκληρωτικά, το Θεό, τότε αρχίζει να μπαίνει λίγο λίγο στους πειρασμούς. Και παραχωρεί ο Θεός να σταλούν σ’ αυτόν πειρασμοί, όσους μπορεί να αντέξει και να αντιμετωπίσει. Και κατά τη διάρκεια αυτών των πειρασμών τον προσεγγίζει η θεία βοήθεια κατά τρόπον αισθητό, για να ενθαρρυνθεί στον αγώνα του. Κι αυτό γίνεται, μέχρι να γυμνασθεί, σιγά σιγά με τον καιρό, και αποκτήσει σοφία, και περιφρονήσει τους νοητούς εχθρούς με την πλήρη εμπιστοσύνη του στο Θεό. Χρειάζεται λοιπόν να αποκτήσει αυτή την πείρα, γιατί, αλλιώς, δεν μπορεί να αποκτήσει σοφία στους πνευματικούς πολέμους, και να γνωρίσει την πρόνοια και τη δύναμη του Θεού, και να στερεωθεί μυστικά στην πίστη του. (71 – 2).

Τα χαρίσματα του Θεού έρχονται μόνο στους απλούς και ταπεινούς, που αγαπούν τις θλίψεις

 

74.       Όποιος, χωρίς να είναι ανάγκη, έχει την τόλμη και παρακαλεί το Θεό επιθυμώντας να γίνουν μέσω αυτού θαυμάσια πράγματα, που να δείχνουν τη δύναμη του Θεού, αυτόν τον πειράζει και τον περιγελά ο δαίμονας μέσα στο χώρο του νου του, γιατί δείχνει να καυχιέται, ενώ έχει αδύνατη συνείδηση. Τη βοήθεια του Θεού πρέπει να τη ζητούμε στις θλίψεις και στις στεναχώριες. Χωρίς ανάγκη να εκπειράζουμε το Θεό είναι κίνδυνος για μας. Όποιος επιθυμεί κάτι τέτοιο δεν είναι πραγματικά δίκαιος και άνθρωπος του Θεού. Βέβαια, ο Κύριος έκαμε θαύματα και σημεία με πολλούς αγίους, αλλά όταν το θέληση ο ίδιος. Ενώ, αν εσύ το επιθυμείς και είναι δικό σου θέλημα, χωρίς δηλαδή να το επιβάλλει κάποια ανάγκη, πέφτεις από κει που είσαι προφυλαγμένος με την ταπείνωση και γλιστράς από τη γνώση της αλήθειας του Θεού. Διότι, εάν – κατ’ οικονομίαν – εισακουσθεί ένα τέτοιο, παράλογο, αίτημα από το Θεό, βρίσκει αφορμή ο πονηρός απ’ αυτό και βάζει τον αιτούντα σε μεγάλους μπελάδες. Οι αληθινοί αφοσιωμένοι στο Θεό, όχι μόνο δεν επιθυμούν τέτοια πράγματα, αλλά και όταν τους δοθούν από το Θεό, δε θέλουν να τα δεχθούν γνωρίζοντας τους κινδύνους της υψηλοφροσύνης. Και δεν τα θέλουν όχι μόνο για να μη φαίνονται στους ανθρώπους ότι είναι σπουδαίοι, αλλά και για να αποφύγουν την κρυφή έπαρση της καρδιάς.

Για παράδειγμα σας αναφέρω έναν από τους αγίους πατέρες, ο οποίος λόγω της καθαρής καρδιάς του, έλαβε από το άγιο Πνεύμα το χάρισμα να γνωρίζει από πιο μπροστά ποιοι έρχονται σ’ αυτόν. Αυτός ο γέροντας λοιπόν, ζήτησε από το Θεό, αφού προηγουμένως παρακάλεσε να προσευχηθούν και άλλοι άγιοι αδελφοί, να του πάρει το χάρισμα. Εάν, ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι του Θεού δέχθηκαν χαρίσματα, τα δέχθηκαν είτε γιατί η ανάγκη το επέβαλε, είτε γιατί ήταν απλοί και ταπεινοί, αλλά σε καμιά περίπτωση, έτσι, τυχαία!

Οι δίκαιοι και αληθινοί άνθρωποι τούτο πάντα έχουν στο νου τους: ότι δεν είναι άξιοι του Θεού. Και με τούτο δοκιμάζονται και αποδεικνύονται αληθινά παιδιά του Θεού, με το ότι δηλαδή θεωρούν τον εαυτό τους ταλαίπωρο αμαρτωλό και ανάξιο της φροντίδας και της πρόνοιας του Θεού. Και αυτό το αίσθημά τους το εξομολογούνται και μέσα στην καρδιά τους, αλλά και μπροστά σε άλλους, με ταπείνωση βέβαια. Και αυτό γίνεται από τη σοφία που τους χαρίζει το άγιο Πνεύμα, για να μην παύσουν να φροντίζουν για την πνευματική τους πρόοδο, και για να εργάζονται την αρετή ενόσω ζούνε. Την ανάπαυσή τους από τους κόπους και από τις θλίψεις, ο Θεός τη φύλαξε για το μέλλοντα αιώνα. Και όσοι έγιναν ναός του Κυρίου, δεν επιθυμούν να ζουν τώρα εν αναπαύσει, και να απαλλαγούν από τις θλίψεις, αν και κατά καιρούς τους δίνεται κάποια παρηγοριά, με τρόπο μυστικό, για τους πνευματικούς κόπους τους (157 – 8).

75.       Εμείς, άγιε αδελφέ, ας εργασθούμε με την καρδιά μας τα έργα της μετάνοιας και της καθαρής πολιτείας, που ευαρεστεί το Θεό, και τότε, τα χαρίσματα του Κυρίου, όπως η υγεία, η απάθεια, η θεωρία, έρχονται από μόνα τους, χωρίς να τα ζητούμε, εάν φυσικά η καρδιά μας γίνει καθαρή και αμόλυντη. Όμως τα υψηλά χαρίσματα του Θεού να μην τα ζητούμε και περιμένουμε πότε θα μας έρθουν, γιατί κάτι τέτοιο δεν το εγκρίνει η Εκκλησία του Θεού. Και όσοι έλαβαν χαρίσματα με τέτοιο τρόπο, απέκτησαν υπερηφάνεια και εξέπεσαν από τη χάρη του Θεού. Να φέρεται κανείς με τέτοιο τρόπο δεν είναι σημείο ότι αγαπά το Θεό, αλλά αρρώστια ψυχής. Και πως μπορούμε εμείς να ζητήσουμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, τη στιγμή που ο θείος απόστολος Παύλος καυχιέται για τις θλίψεις του, και θεωρεί την κοινωνία του στα παθήματα του Χριστού ότι είναι τα μεγάλα δώρα του Θεού; (379).

 

Η θεία Χάρη είναι καρπός της πίστης ή της εργασίας των εντολών, ή και των δύο

 

76.       Για δύο λόγους δίνεται το χάρισμα της αποκάλυψης και της βίωσης της καινής του Θεού. Άλλοτε δίνεται από τη χάρη του Θεού για τη θερμότητα της πίστης μας, και άλλοτε έρχεται ως καρπός της εργασίας των εντολών και της καθαρότητας της καρδιάς. Στην πρώτη περίπτωση είναι οι μακάριοι Απόστολοι, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν την αποκάλυψη του Θεού, όχι γιατί καθάρισαν το νου τους με την εργασία των εντολών, αλλά γιατί είχαν θερμή πίστη. Διότι πίστεψαν στο Χριστό με απλότητα και τον ακολούθησαν χωρίς δισταγμό, με φλογερή καρδιά. Και όταν τελείωσε ο Χριστός το προσκυνητό έργο της θείας οικονομίας του, έστειλε σ’ αυτούς το Παράκλητο Πνεύμα, και τότε τους καθάρισε, και έκαμε το νου τους τέλειο, και νέκρωσε πραγματικά μέσα τους τον παλιό άνθρωπο των παθών, και τους έδωσε με τη θεϊκή ενέργεια την αιώνια ζωή και τους μετέβαλε σε καινό άνθρωπο του Πνεύματος, και αυτοί δέχθηκαν με τρόπο αισθητό και τα δύο, τη νέκρωση και τη ζωοποίηση. Με όμοιο τρόπο και ο μακάριος Παύλος ανακαινίσθηκε μυστικά και, έτσι, δέχθηκε την αποκάλυψη των μυστηρίων του Θεού. Όμως δεν είχε επαναπαυθεί σ’ αυτό. Δέχθηκε βέβαια εν ενεργεία τη χάρη και τη δωρεά της αποκάλυψης του Θεού, αλλά σ’ όλη του τη ζωή βάδιζε τον τραχύ αποστολικό δρόμο της θυσίας, για να ανταποκριθεί κατά το δυνατό στη χάρη που αξιώθηκε, από τότε που συνομίλησε μαζί του ο Κύριος σαν να’ ταν οικείος του και τον έστειλε στη Δαμασκό. (389 – 90).

 

Οι διάφορες τάξεις χαρισμάτων στο μέλλοντα αιώνα

 

77.       Ο Σωτήρας και Κύριός μας, όταν μιλούσε για «πολλές μονές», εννοούσε τα διάφορα πνευματικά επίπεδα των ανθρώπων που ζουν στο χώρο της ανάπαυσης του Θεού, δηλ. τις διακρίσεις και τις διαφορές των πνευματικών χαρισμάτων, στα οποία εντρυφούν ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση. Γιατί ο Κύριος δεν εννοούσε, λέγοντας «πολλές μονές», διάφορους τόπους, αλλά διάφορες τάξεις χαρισμάτων. Όπως γίνεται με τον αισθητό Ήλιο, που ο καθένας μας τον χαίρεται και τον απολαμβάνει ανάλογα με την καθαρότητα και τη δύναμη των οφθαλμών του. Προσέξτε τί γίνεται με το λυχνάρι μέσα σ’ ένα σπίτι. Ενώ το λυχνάρι είναι ένα, το φως του, χωρίς να μοιράζεται σε δυνατό και αδύνατο, δεν έχει σε όλα τα σημεία την ίδια δύναμη. Έτσι και στο μέλλοντα αιώνα, όλοι οι δίκαιοι κατοικούν στον ίδιο και αδιαίρετο χώρο, και ο καθένας, ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση, φωτίζεται από τον ένα νοητό Ήλιο, το Χριστό, και απολαμβάνει την ευφροσύνη, ενώ ζει με τους άλλους στον ίδιο αέρα, στον ίδιο τόπο, στο ίδιο κάθισμα, και βλέπει τα ίδια πράγματα και σχήματα. Και δε σκέφτεται την οπτική δύναμη του πλαϊνού του, ούτε του ανώτερου, ούτε του κατώτερου. Γιατί βλέποντας την ανώτερη χάρη του διπλανού του, συνειδητοποιεί το δικό του υστέρημα, και αυτό τον κάνει να λυπάται και να αδημονεί. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει εκεί, όπου δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε στεναγμός. Εκεί ο καθένας ευφραίνεται μέσα στην ψυχή του ανάλογα με τη χάρη της πνευματικής του κατάστασης. Ωστόσο, η θεωρία των μυστηρίων του Θεού είναι μία, και η χαρά που νιώθουν όλοι είναι ίδια, γιατί λείπει η σύγκριση. Άλλη κατάσταση, εκτός από τις δύο αυτές, δεν υπάρχει ανάμεσά τους. Η μία είναι η βασιλεία των ουρανών, και η άλλη η κόλαση. (224 – 5).

 

Οι πειρασμοί είναι «φύλακες» των χαρισμάτων του Θεού

 

78.       Τα φυσικά ελαττώματα, όπως η αδυναμία, η μικροψυχία, η αφυΐα, η αμορφία, σε κείνους που φυλάγουν τον εαυτό τους από τους πειρασμούς, γίνονται φύλακες της αρετής. Αν δεχθείς ένα χάρισμα χωρίς πειρασμό, θα σε οδηγήσει στην απώλεια. Αν εργάζεσαι το καλό ενώπιον του Θεού και σου δώσει ένα χάρισμα, παρακάλεσέ τον με την καρδιά σου, να σου δώσει φωτισμό τι να κάνεις για να ταπεινωθείς, ή να σου δώσει φύλακα να σε προστατεύει από την έπαρση, ή να σου το πάρει, για να μη γίνει πρόξενος απωλείας σου. Γιατί όλοι δεν μπορούν να φυλάξουν τον πλούτο του Θεού χωρίς να βλαφτούν οι ίδιοι. (161).

 

 

 

 

ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ

 

Καθαρή ψυχή – καθαρός λόγος

 

79.       Όποιος έχει καθαρή ψυχή και αγνή διαγωγή, πάντοτε με σύνεση και προσοχή λαλεί τους λόγους του αγίου Πνεύματος, και συζητά κατά τα μέτρα της πίστης του για τα θεία και για τα δικά του ζητήματα. Αυτός όμως που έχει τσακισμένη την καρδιά του από τα πάθη, έχει και τη γλώσσα του κινούμενη απ’ αυτά. Και όταν μιλάει για πνευματικά θέματα, μιλάει με εμπάθεια και εγωισμό, για να υπερισχύσει στη συζήτηση. Έναν τέτοιο άνθρωπο ο σοφός τον καταλαβαίνει και μόνο που τον συναντά, και ο καθαρός τον οσφραίνεται από τη δυσοσμία του. (179 – 80).

 

Άλλη είναι η καθαρότητα του νου και άλλη της καρδιάς

80.       Άλλη είναι η καθαρότητα του νου και άλλη της καρδιάς. Ο νους είναι μία από τις αισθήσεις της ψυχής, ενώ η καρδιά περιέχει και εξουσιάζει τις εσωτερικές αισθήσεις. Η καρδιά είναι η ρίζα. Και αν η ρίζα είναι αγία, τότε και τα κλαδιά είναι άγια. Με άλλα λόγια, αν η καρδιά καθαρισθεί από το κακό, είναι φανερό ότι είναι καθαρές και όλες οι εσωτερικές αισθήσεις. Ο νους, πάλι, αν ασχοληθεί επιμελώς με την ανάγνωση των θείων Γραφών, ή και μοχθήσει κάπως στις νηστείες, στις αγρυπνίες και στη ησυχία, θα λησμονήσει μεν την προτέρα του διαγωγή και θα γίνει καθαρός, εφόσον παύσει να κάνει παρέα με αισχρούς λογισμούς. Όμως η καθαρότητα του αυτή δε θα’ ναι μόνιμη. Γιατί, όπως γρήγορα καθαρίζεται, έτσι και γρήγορα μολύνεται. Η καρδιά όμως δεν είναι έτσι. Γιατί αυτή καθαρίζεται με πολλές θλίψεις και στερήσεις, και με τη διακοπή της επαφής με τις αμαρτωλές ενέργειες των κοσμικών, και με την απονέκρωση του κοσμικού φρονήματος. Και άμα η καρδιά γίνει καθαρή, δε μολύνεται εύκολα η καθαρότητά της από τα μικρά κακά συναπαντήματα, ούτε φοβάται από τους μεγάλους και φανερούς και φοβερούς πολέμους με το διάβολο. Κι αυτό συμβαίνει, επειδή απέκτησε, έτσι να πούμε, δυνατό στομάχι, που μπορεί πολύ γρήγορα να χωνέψει κάθε τροφή, που δεν μπορούν να χωνέψουν οι άρρωστοι. Ώστε, όταν αποκτάμε την καθαρότητα γρήγορα, δηλαδή σε λίγο χρόνο και με λίγο κόπο, γρήγορα και τη χάνουμε, και μολυνόμαστε πάλι. Ενώ η καθαρότητα, που αποκτήσαμε με πολλές θλίψεις και σε μακρό χρόνο, δε φοβάται από καμιά προσβολή, γιατί ο Θεός τη δυναμώνει και τη στηρίζει. Ας είναι δοξασμένο το όνομά του εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. (320).

 

Η πνευματική όραση της καθαρής ψυχής

 

81.       Οι ψυχές των ανθρώπων, όσο είναι μολυσμένες από την αμαρτία, και σκοτεινές από τα πάθη, δεν μπορούν να δουν ούτε η μία την άλλη, ούτε τον εαυτό τους. Εάν όμως μετανοήσουν και γίνουν καθαρές και γίνουν όπως πλάσθηκαν από το Θεό κατά τη δημιουργία του κόσμου, τότε βλέπουν από μακριά και πολύ καθαρά τις τρεις τάξεις που αμέσως τώρα αναφέρω: δηλαδή την τάξη των δαιμόνων, που είναι κατώτερή τους, την ανώτερη, των αγγέλων, και την ανθρώπινη, αφού οι ψυχές βλέπουν η μια την άλλη. Και μη νομίσεις ότι αλλοιώνονται οι ψυχές, και ότι παίρνουν σωματική μορφή, και τότε μόνο μπορούν και βλέπουν είτε τους αγγέλους, είτε τους δαίμονες, είτε η μια την άλλη, αλλά βλέπουν με την εξαγνισμένη φυσική τους ιδιότητα και σύμφωνα με τον πνευματικό νόμο του Θεού. Εσύ  μπορεί να πεις ότι είναι αδύνατο οι ψυχές να δουν δαίμονα ή άγγελο, εάν πρώτα δεν αλλοιωθούν και δεν πάρουν άλλη μορφή. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δε θα βλέπει η ψυχή, αλλά το σώμα. Και αν είναι έτσι, για ποιό λόγο ναν καθαρισθεί η ψυχή από τα πάθη και τις αμαρτίες; Βέβαια, και σ’ αυτούς που έχουν ακάθαρτη ψυχή παρουσιάζονται κάποτε οι δαίμονες ή και οι άγγελοι, αλλά τους βλέπουν τότε με τους σωματικούς οφθαλμούς, όταν φυσικά είναι ανάγκη να τους δούνε, όντας ακάθαρτοι. Όμως η ψυχή που έγινε καθαρή, βλέπει με τρόπο πνευματικό, με το διορατικό και νοερό οφθαλμό της εξαγνισμένης φύσης της. Και ότι οι ψυχές βλέπουν η μια την άλλη, όντας μέσα στο σώμα τους μην απορήσεις. Διότι θα σου φέρω μια αναμφισβήτητη απόδειξη παρουσιάζοντάς σου έναν αξιόπιστο μάρτυρα, το μακάριο Μέγα Αθανάσιο. Αυτός λοιπόν είπε στο βιβλίο που έγραψε για το Μέγα Αντώνιο, ότι κάποτε ο Μέγας Αντώνιος, ενώ προσευχόταν, είδε την ψυχή ενός ανθρώπου, που ανέβαινε στους ουρανούς με μεγάλη τιμή, και εμακάρισε αυτόν που αξιώθηκε να έχει τέτοια δόξα. Αυτή η ψυχή ήταν του μακάριου Αμμούν από την έρημο της Νιτρίας. Το όρος εκείνο, στο οποίο ζούσε ο άγιος Αντώνιος απείχε από τη Νιτρία μια απόσταση δεκατριών ημερών. Από το παράδειγμα αυτό έχει αποδειχθεί ότι, κι αν ακόμη βρίσκονται σε απόσταση αναμεταξύ τους οι τρεις πνευματικές τάξεις που αναφέραμε, όμως οι πνευματικές τους φύσεις βλέπουν η μια την άλλη. Με όμοιο τρόπο, λοιπόν, και οι ψυχές, όταν γίνουν καθαρές, δε βλέπουν με τα σωματικά μάτια, αλλά με τα πνευματικά. Διότι με τη σωματική όραση βλέπουμε αυτά που είναι φανερά και κοντά μας. Αυτά που είναι μακριά και δε φαίνονται χρειάζονται την πνευματική όραση. (265).

 

Το φως της αγίας Τριάδας λάμπει στην καθαρή ψυχή

 

82.       Όπως στην ησυχία και στη γαλήνη της αισθητής θάλασσας κινείται και κολυμβά το δελφίνι, έτσι στον από θυμό και οργή ήσυχη και γαλήνια θάλασσα της καρδιάς κινούνται πάντοτε τα μυστήρια και οι θείες αποκαλύψεις, πράγμα που κάνει την καρδιά να ευφραίνεται.

Όποιος θέλει να δει τον Κύριο μέσα του, κάνει σχέδια πως να καθαρίσει την καρδιά του με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Και έτσι, με τους φωτεινούς οφθαλμούς της διάνοιάς του θα βλέπει πάντοτε τον Κύριο. Ό,τι συμβαίνει στο ψάρι που βγαίνει από τη θάλασσα, το ίδιο συμβαίνει και στο νου, που φεύγει από τη μνήμη του Θεού και περιπλανιέται στις ενθυμήσεις του κόσμου. Όσο ο άνθρωπος απομακρύνεται από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, τόσο ο Θεός τον αξιώνει να έχει με την προσευχή και με το νου του παρρησία ενώπιόν του. Και όσο ξεκόβει από την παρηγοριά που δίνει αυτός ο κόσμος, τόσο και αξιώνεται να χαίρεται τη χαρά του Θεού εν Πνεύματι αγίω.

Ο τόπος της νοητής χαράς του Θεού είναι η ψυχή του καθαρού. Και ο ήλιος που λάμπει μέσα του είναι το φως της αγίας Τριάδας. Και ο αέρας που αναπνέουν οι λογισμοί που ενοικούν μέσα του, είναι το παράκλητο και πανάγιο Πνεύμα, συγκάθεδροι δε αυτού είναι οι άγιοι και ασώματοι Άγγελοι. Και η ζωή και η χαρά και η ευφροσύνη των αγίων Αγγέλων είναι ο ίδιος ο Χριστός, το αληθινό φως, που γεννήθηκε από το φως του Θεού. Ο καθαρός άνθρωπος συνεχώς ευφραίνεται με τις θεϊκές εμπειρίες της ψυχής του, και θαυμάζει το κάλλος της, που είναι λαμπερό εκατό φορές περισσότερο από τον ήλιο. Αυτή η ψυχή του καθαρού είναι η νέα Ιεαρουσαλή, και η βασιλεία του Θεού, που είναι κρυμμένη μέσα μας κατά το λόγο του Κυρίου. Αυτή η καθαρότητα είναι η νεφέλη της δόξας του Θεού, στην οποία θα εισέλθουν μόνο όσοι έχουν καθαρή καρδιά, για να δουν το πρόσωπο του Κυρίου, και θα φωτισθεί ο νους μας με την ακτίνα του θείου φωτός. (177 – 8).

Η διατήρηση της ψυχικής καθαρότητας

 

83.       Ένας ευφυής και πολύ σοφός γέροντας μου είπε: Με άνθρωπο που αγαπάει τη φιλονικία και θέλει σώνει και καλά να επιβάλει τη γνώμη του, που έχει πονηρή σκέψη και είναι αδιάντροπος στις αισθήσεις του, όπως στην όραση και στην ακοή, (με τέτοιον άνθρωπο) να μην έχεις καμιά δοσοληψία, για να μη χάσεις την ψυχική σου καθαρότητα, που απέκτησες με πολύ κόπο, και για να μη γεμίσεις την καρδιά σου με σκοτάδι και ταραχή (297).

 

 

 

 

ΛΟΓΙΣΜΟΙ

Οι αιτίες των λογισμών

 

84.       Η κίνηση των λογισμών στον άνθρωπο σε τέσσερις αιτίες οφείλεται. Πρώτη αιτία είναι το φυσικό θέλημα του σώματος (της σαρκός). Δεύτερη είναι η φαντασία που προκαλούν τα αισθητά πράγματα του κόσμου, που ακούμε και βλέπουμε. Τρίτη είναι οι εμπειρίες που είχαμε στην ζωή μας και τα παραστρατήματα της ψυχής, που τριγυρίζουν στο νου μας, και Τέταρτη, οι προσβολές των δαιμόνων, που εκμεταλλεύονται τις παραπάνω τρεις αιτίες και μας πολεμούν να μας ρίξουν σε όλα τα πάθη. Γι’ αυτό ο άνθρωπος, μέχρι να πεθάνει, δεν μπορεί να είναι χωρίς πειρασμούς και χωρίς πόλεμο. Σκέψου τώρα  και κρίνε: Προτού να φύγει ο άνθρωπος απ’ αυτή τη ζωή, είναι ενδεχόμενο να καταργηθεί μία από τις τέσσερις αυτές αιτίες; και ακόμη: Είναι δυνατό, το σώμα μας να μην αναγκασθεί να επιθυμήσει κάποιο από τα κοσμικά πράγματα; Εάν λοιπόν είναι παράλογο να σκεφθούμε κάτι τέτοιο για το σώμα μας, μια και η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη από τα πράγματα του κόσμου, είναι επόμενο ότι τα πάθη παίρνουν αφορμές και δουλεύουν σε κάθε ζωντανό άνθρωπο, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει. Γι’ αυτό είναι ανάγκη κάθε άνθρωπος να προφυλάγεται μήπως και πέσει όχι σε ένα μόνο πάθος, που τον πολιορκεί συνεχώς, ούτε σε δύο, αλλά και σε περισσότερα, επειδή φοράει αδύνατο σώμα. Όσοι νίκησαν τα πάθη με την άσκηση στις αρετές, αν και ενοχλούνται από τους λογισμούς και από τις προσβολές των τεσσάρων αιτιών που αναφέραμε, παραμένουν ανίκητοι. Κι αυτό, γιατί έχουν μέσα τους τη δύναμη του Θεού και αρπάζεται ο νους τους σε μνήμες άγιες και θεϊκές. (319).

 

Η μελέτη της θείας Γραφής εξαφανίζει τους κακούς λογισμούς

 

85.       Τίποτε δεν είναι τόσο ισχυρό να αποβάλει τις εμπειρίες και τις μνήμες της παλιάς ακόλαστης ζωής, και να διώξει τις ενθυμήσεις που κινούνται και διεγείρονται μέσα στη σάρκα, και προκαλούν ταραχώδη σαρκική φλόγωση, όσο είναι το να βυθιστούμε ολόκληροι μέσα στον πόθο της μελέτης της θείας Γραφής, και να αναζητούμε να εννοήσουμε τα βαθιά νοήματά της. Όταν οι λογισμοί του ανθρώπου εμποτισθούν από την ηδονή της επίμονης μελέτης της σοφίας του Θεού στη θεία Γραφή, με τέτοια αφοσίωση, που να στίβει τους λόγους του Θεού, για να του φανερωθούν τα θεία νοήματά τους, ε, τότε, ο άνθρωπος αφήνει πίσω του το μάταιο κόσμο, λησμονεί ό,τι υπάρχει σ’ αυτόν, και εξαλείφει από την ψυχή του όλες τις αμαρτωλές ενθυμήσεις της συσσωμάτωσης με τον κόσμο. Πολλές φορές μάλιστα, εξαφανίζει και τους συνήθεις λογισμούς, που έχουν σχέση με τις σωματικές μας ανάγκες και αναπαύουν τη φύση μας. Και τότε η ψυχή διαμένει σε έκσταση μέσα στα καινούργια συναπαντήματά της στη θάλασσα των μυστηρίων του Θεού.

Και πάλι, όταν ο νους μας κολυμπά στη θάλασσα των θείων Γραφών και δεν μπορεί να διεισδύσει στα βαθιά νοήματά τους, ώστε να κατανοήσει όλους τους θησαυρούς που είναι κρυμμένοι στα βαθιά νερά τους, μας είναι αρκετή και μόνο η με πόθο μελέτη του λόγου του Θεού, για να δέσουμε σφιχτά τους λογισμούς μας και να τους υποτάξουμε σε ένα μόνο, θαυμάσιο και άγιο λογισμό, για να μην είναι ελεύθεροι και τρέχουν κατά τα σαρκικά μας θελήματα, όπως είπε ένας θεοφόρος άγιος. (4).

Ποιος μοναχός έχει αναπαυμένο λογισμό

 

86.       Ο μοναχός που εξολοκλήρου αφιέρωσε τον εαυτό του στο Θεό, ζει με αναπαυμένο το λογισμό του. Χωρίς την αρετή της ακτημοσύνης δεν μπορεί η ψυχή να ελευθερωθεί από την ταραχή των λογισμών, και έξω από την ησυχία των σωματικών αισθήσεων, δεν μπορεί να νιώσει την ειρήνη του νου. (23).

 

Πως να αποδιώκεις τους ύπουλους λογισμούς

 

87.       Ο άνθρωπος δεν πρέπει να αντιλέγει στους λογισμούς που σπέρνει μέσα μας ύπουλα ο εχθρός, αλλά να τους αποδιώκει ικετεύοντας το Θεό να τον βοηθήσει. Αν κάνει αυτό, είναι σημάδι ότι ο νους του βρήκε τη σοφία που δίνει η χάρη του Θεού, και ότι η αληθινή του φρόνηση τον ελευθέρωσε από πολλούς κόπους, που θα είχε με το διάβολο. Ακολουθώντας, λοιπόν, αυτό το σύντομο δρόμο αποφεύγει την πολλή περιπλανησή του στο μεγάλο και δύσκολο δρόμο. Διότι δεν έχουμε την δύναμη, σε κάθε περίσταση, να φέρουμε λογικές αντιρρήσεις στους ενάντιους λογισμούς, για να τους σταματήσουμε, αλλά πολλές φορές μας πληγώνουν και δεν μπορούμε να θεραπευθούμε, για πολύ καιρό. Οι δαίμονες έχουν πείρα έξι χιλιάδων χρόνων – από τότε δηλαδή που εξέπεσαν από την αγγελική τους τάξη – και συ τώρα προσπαθείς να φιλονικήσεις μαζί τους, ελπίζοντας ότι θα τους νικήσεις: Αντίθετα, αν πέσεις στα δίχτυα τους και αρχίσεις να τους αντιμιλάς, θα ετοιμασθούν να σε πληγώσουν σε τέτοιο βαθμό, που να μην αντέχει η μικρή σοφία και φρόνησή σου. Αλλά κι αν ακόμη καταφέρεις και τους νικήσεις – ας κάνουμε κι αυτή την υπόθεση – η βρόμα των λογισμών τους θα μολύνει το νου σου, και η δυσωδία τους θα μείνει για πολύ καιρό στην όσφρησή σου. Καλύτερα λοιπόν, με τον πρώτο τρόπο, δηλαδή καταφεύγοντας στο έλεος του Θεού, να ελευθερωθείς με δέος από όλα ταύτα, διότι άλλη βοήθεια σαν του Θεού δεν έχουμε. (144 – 145).

88.       Όταν πέσει μέσα σου ο σπόρος κάποιου πονηρού λογισμού, που έχει σχέση με μακρινές εικόνες και πραγματικότητες, είτε με εμπειρίες σου από το παρελθόν, και συνεχώς παρουσιάζεται ο λογισμός αυτός στο νου σου, να ξέρεις ότι ο διάβολος σου έχει κρύψει παγίδα. Σ’ αυτή την περίπτωση κράτα τον εαυτό σου σε εγρήγορση και προσοχή. Αν πάλι είναι κάποιος λογισμός από τους δεξιούς και αγαθούς, να ξέρεις ότι ο Θεός θέλει να σου δώσει έναν καλύτερο τρόπο ζωής, και γι’ αυτό η κίνηση του λογισμού είναι ασυνήθης για σένα. Εάν όμως ο λογισμός που έρχεται είναι σκοτεινός και είσαι διστακτικός απέναντί του, γιατί δεν μπορείς να τον διακρίνεις καθαρά, αν δηλαδή είναι δικός σου, ή κλέφτης, ή βοηθός, ή σου στήνει καμιά ενέδρα μόλο που σου παρουσιάζεται με αγαθή μορφή, τότε να ετοιμασθείς να μην τον αντιμετωπίσεις με εκτενή και έμπονη προσευχή, νύχτα και μέρα, και με πολλή αγρυπνία. Αυτό τον αμφίβολο λογισμό μην τον αποδιώξεις, μήτε να συμφωνήσεις μαζί του, αλλά κάνε με ζήλο θερμή προσευχή, για να ξεκαθαρίσει το πράγμα. Και μη σταματήσεις να επικαλείσαι τον Κύριο, γιατί αυτός θα σου φανερώσει από πού είναι ο λογισμός. (148).

 

 

 

 

ΠΑΘΗ

 

Τα ονόματα των παθών

 

89.       Όταν θέλουμε να ονομάσουμε όλα τα πάθη μαζί, τα λέμε «κόσμο». Και όταν θέλουμε να ξεχωρίσουμε και να δώσουμε στο καθένα το όνομά του, τα ονομάζουμε «πάθη». Και τα πάθη, καθώς διαδέχονται το ένα το άλλο, σχηματίζουν το δρόμο του κόσμου, και όπου τελειώνουν τα πάθη, εκεί παύει να υπάρχει ο δρόμος του κόσμου. Τα πάθη είναι τα εξής: Ο πόθος του πλούτου. Το να μαζεύει ο μοναχός γήινα και μη αναγκαία πράγματα. Η τρυφή του σώματος, από την οποία έρχεται το πορνικό πάθος. Ο πόθος της τιμής, από τον οποίο προκύπτει ο φθόνος. Ο πόθος της εξουσίας, η φιλαρχία. Ο στολισμός και η ανόητη επίδειξη. Η ανθρώπινη δόξα, που είναι αιτία της μνησικακίας. Ο φόβος ότι θα πάθει κάτι κακό το σώμα μας. Όπου πάψει η ενέργεια των παθών, εκεί πεθαίνει μαζί τους και ο κόσμος. Είπε κάποιος σοφός για τους αγίους, ότι όταν ζούσαν, ήταν ήδη πεθαμένοι. Διότι, ενώ ζούσαν με το σώμα τους, δε ζούσαν ζωή σαρκική. Και συ πρόσεξε να δεις ποια πάθη ζούνε μέσα σου, για να καταλάβεις πόσο ανήκεις στον κόσμο και για ποια πάθη είσαι δεμένος μαζί του και από ποια ελευθερώθηκες. Με δυο λόγια, κόσμος είναι η εμπαθής ζωή και το σαρκικό φρόνημα. Όποιος απαλλαγεί από τα πάθη του, έχει εξέλθει από τον κόσμο. (132).

 

Τα πάθη δε σβήνουν γρήγορα

 

90.       Όταν η ζωή σου περάσει από την αρετή στην αμέλεια, τα πάθη θα σε ενοχλούν και δε θα βρίσκεις ειρήνη στην ψυχή σου. Αλλά μην απορήσεις γι’ αυτό. Κοίταξε τι συμβαίνει με το έδαφος. Εάν οι ακτίνες του ήλιου πέσουν βαθιά μέσα στη γη, μετά από πολλή ώρα διατηρείται ακόμη η θερμότητά της. Το ίδιο και με τα φάρμακα και με το μύρο. Η οσμή των φαρμάκων και η ευωδία του μύρου, που διαχέεται στον αέρα, παραμένει πολλή ώρα, μέχρι να σκορπίσει και να εξαφανισθεί. Πόσο μάλλον το ίδιο συμβαίνει και με τα πάθη! Γιατί αυτά είναι σαν τα σκυλιά, που συνήθισαν να γλύφουν το αίμα των ζώων στο σφαγείο και, όταν δεν υπάρχει πια αίμα, συνεχίζουν να γαβγίζουν μπροστά στις εισόδους του σφαγείου, μέχρι να σβήσει η δύναμη της συνήθειάς τους. (48 – 9).

 

Δε θέλομε τα πάθη, αλλά... αγαπάμε τις αφορμές τους

 

91.       Τι γλυκές που είναι οι αιτίες και οι αφορμές των παθών! Γιατί ο άνθρωπος μπορεί κάποτε να κόψει τα πάθη, οπότε, μακριά απ’ αυτά, αισθάνεται γαλήνη και ευφροσύνη, όμως δεν μπορεί να αφήσει τις αιτίες. Γι’ αυτό και, χωρίς να το θέλουμε, υφιστάμεθα πειρασμούς. Και ενώ λυπούμαστε για τα πάθη, που μας τυραννούν, μας αρέσει να είναι μέσα μας οι αφορμές! Τις αμαρτίες δεν τις θέλουμε, όμως τα αίτια και τις αφορμές τους τα δεχόμαστε με μεγάλη ευχαρίστηση. Γι’ αυτό το λόγο οι αφορμές, που τις θέλουμε, μας σπρώχνουν να αμαρτήσουμε. Αυτός, λοιπόν, που αγαπά τις αφορμές των παθών, είναι, χωρίς να το θέλει, υποχείριος και υπόδουλος στα πάθη. (218).

 

Η κενοδοξία ανοίγει το δρόμο των παθών

 

92.       Η κοσμική δόξα είναι σαν το βράχο στη θάλασσα, που τον σκεπάζουν τα νερά, και ο πλοίαρχος δεν το ξέρει, μέχρι να χτυπήσει η καρίνα του πλοίου και να βυθιστεί. Έτσι κάνει και η κενοδοξία στον άνθρωπο, που παραμένει κρυμμένη μέχρι να τον βυθίσει στα πάθη και να τον καταστρέψει. Είπαν γι’ αυτήν οι άγιοι Πατέρες, ότι στην ψυχή που πέφτει στην κενοδοξία, ξαναγυρίζουν όλα τα πάθη, που νικήθηκαν με τη χάρη του Θεού, και αναχώρησαν. (288).

 

Πως εξουσιάζονται τα πάθη

 

93.       Όποιος συγκρατεί τη γλώσσα του και δε μιλάει, σε όλους τους τρόπους του θα είναι ταπεινόφρων και, χωρίς να κοπιάσει, θα εξουσιάσει τα πάθη του. Τα πάθη εκριζώνονται, και εκδιώκονται με την αδιάλειπτη μελέτη του Θεού, και αυτή η μελέτη είναι το ξίφος που τα θανατώνει. (177).

94.       Είναι καλύτερο να καταβάλλεις τα πάθη με καλούς λογισμούς, μνημονεύοντας τις αρετές, παρά με την αντίσταση. Διότι τα πάθη, όταν διεγερθούν και κινηθούν εναντίον σου για να σε πολεμήσουν, τότε εντυπώνουν στο νου σου διάφορα σχήματα και εικόνες, που προκαλούν στην αμαρτία.

Αυτός ο πόλεμος εναντίον του νου μας έχει πολύ μεγάλη δύναμη, καθώς ταράζει τις παλιές μνήμες και μας θορυβεί. Εάν όμως, πάνων στην επίθεσή τους, τους υποσκάπτεις με αγαθούς λογισμούς, όπως είπαμε, τότε ούτε ίχνος παθών δε φαίνεται πια στο νου σου, μετά την αποδίωξή τους. (227).

95.       Κανένας δεν μπορεί να νικήσει τα πάθη παρά με τις πρακτικές και αισθητές αρετές, ενώ το διασκορπισμό του νου μπορούμε να τον νικήσουμε μόνο με το να καταγινόμαστε με τα πνευματικά. Γιατί ο νους μας είναι ελαφρός και, αν δε δεσμευθεί με κάποιο πνευματικό λογισμό, δε θα πάψει να τριγυρίζει εδώ κι εκεί. Και άμα δεν κατορθώσουμε τις πρακτικές αρετές, δεν μπορούμε να φυλαχθούμε από τα πάθη. Γιατί, αν δε νικήσει κάποιος τους εχθρούς, δεν μπορεί να ειρηνεύσει. Και αν η ειρήνη δε βασιλεύει στην ψυχή μας, πως είναι δυνατό να βρούμε και να χαρούμε τα αγαθά της; Τα πάθη είναι ένα διάφραγμα, που δεν αφήνει να ενεργοποιηθούν οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Αν λοιπόν, δεν πέσουν πρώτα αυτά με τις φανερές αρετές, δε γίνονται αισθητές οι κρυμμένες αρετές της ψυχής. Και βέβαια, κανείς δεν μπορεί, ενώ είναι έξω από το τείχος, να συναναστραφεί με αυτούς που είναι μέσα. Και όπως δεν μπορείς να δεις τον Ήλιο μέσα στην ομίχλη, έτσι δεν μπορείς να αισθανθείς τη δύναμη της αρετής της ψυχής, ενόσω διαμένει γύρω της η ταραχή των παθών. (269).

96.       Όπως ένας άνθρωπος, άμα πιει κρασί την ημέρα του πένθους, μεθάει και ξεχνάει κάθε λύπη και κάθε πόνο, έτσι και εκείνος που μεθάει από την αγάπη του Θεού σ’ αυτό τον κόσμο, που είναι το σπίτι του πένθους και του κλάματος, ξεχνάει όλους τους πόνους και τις λύπες του και γίνεται, από το μεθύσι, αναίσθητος σε όλα τα πάθη της αμαρτίας. Αν η καρδιά ενός ανθρώπου έχει στηριχθεί μόνο στην ελπίδα του Θεού, η ψυχή του γίνεται ελαφρά σαν το πουλί που πετάει, και συνεχώς ο νους του υψώνεται από τη γη και, καθώς μελετάει τα θεία, πετάει πάνω από τα ανθρώπινα, και απολαμβάνει και ευφραίνεται με τα αθάνατα μυστήρια του Υψίστου. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. (280 -1 ).

97.       Ο έμπορος που ταξιδεύει στη θάλασσα, φοβάται και τρέμει μήπως σηκωθεί τρικυμία και βυθισθεί η ελπίδα των κόπων του. Και ο μοναχός, όσο ζει σ’ αυτό τον κόσμο, κυριαρχείται από το φόβο, μήπως ξυπνήσει εναντίον του η τρικυμία των παθών, και χάσει όλους τους κόπους του, από τα νιάτα του ως τα γηρατειά του. Ο έμπορος έχει στραμμένο το βλέμμα του στη στεριά, και ο μοναχός στην ώρα του θανάτου.

Ο καπετάνιος βλέπει τα άστρα, όταν διαπλέει τη θάλασσα, και κατευθύνει το καράβι ανάλογα με τη θέση των άστρων, μέχρι να φθάσει στο λιμάνι. Έτσι και ο μοναχός. Έχει μπροστά στα μάτια της ψυχής του την ευχή, διότι με αυτήν διορθώνει την πορεία του, και κατευθύνεται ίσια στο λιμάνι που προσεύχεται να φθάσει. (286).

Επίμονο ξερίζωμα των αγκαθιών

 

98.       Είναι για μας επιτακτική ανάγκη να ξεριζώσουμε από τη φύση μας τα αγκάθια των παθών, όσο ζούμε σ’ αυτή τη γη. Με το επίμονο ξερίζωμα στο χωράφι της ψυχής μας, εξαφανίζονται τα αγκάθια. Γιατί δεν έχει καθαρισθεί ακόμη εξολοκλήρου. Εάν, λοιπόν, με την προσωρινή μας ραθυμία, ή με τη μικρή μας αμέλεια, βρίσκουν καιρό και αυξάνουν τα αγκάθια των παθών, και καλύπτουν και πιέζουν την καρδιά, και αποπνίγουν τον καλό σπόρο της, και κάνουν τον κόπο μας να πάει χαμένος, συμπεραίνουμε ότι πρέπει να την καθαρίζουμε κάθε μέρα που περνάει. Γιατί, άμα σταματήσουμε, τα αγκάθια πληθαίνουν πολύ. Ας καθαρισθούμε, λοιπόν, απ’ αυτά με τη χάρη του ομοουσίου και μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο ανήκει η δόξα, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, εις τους αιώνας. (293 – 4).

 

Τα πάθη διορθώνονται με σωματικούς κόπους στην ησυχία

 

99.       Να ξέρεις, αδελφέ μου, ότι τα κρυμμένα πάθη στην ψυχή μας δε διορθώνονται μόνο με τους σωματικούς κόπους μας, ούτε πάλι οι σωματικοί κόποι από μόνοι τους εμποδίζουν τους κακούς λογισμούς που διεγείρονται πάντοτε από τις αισθήσεις μας. Οι κόποι, βέβαια, φυλάγουν τον άνθρωποι από τις πονηρές επιθυμίες, για να μην τον νικήσουν, και από τη δαιμονική πλάνη, όμως δεν μπορούν από μόνοι τους να δώσουν στην ψυχή την ειρήνη και τη γαλήνη. Γιατί τα έργα του Θεού και οι κόποι μας τότε μόνο παρέχουν στην ψυχή την απάθεια, και νεκρώνουν τα γήινα μέλη μας, και μας χαρίζουν την ανάπαυση των λογισμών, όταν γίνονται στην ησυχία, οπότε οι σωματικές μας αισθήσεις αναπαύονται από την εξωτερική ταραχή και μπορούμε να αφοσιωθούμε, για κάποιο διάστημα, στην εργασία που μας οδηγεί στη σοφία του Θεού. Γιατί, μέχρι να στερηθεί ο μοναχός τις συναντήσεις των διαφόρων ανθρώπων, και να συμμαζέψει τους σκόρπιους λογισμούς του, και να συγκεντρωθεί στον εαυτό του, δε θα μπορέσει να γνωρίσει το πάθος που τον κυβερνάει. Γιατί, όπως είπε ο άγιος Βασίλειος, η ησυχία είναι η αρχή της κάθαρσης της ψυχής. Όταν δηλαδή σταματήσουν οι ερεθισμοί και οι περισπασμοί από τον έξω κόσμο, τότε η διάνοιά μας επιστρέφει, και από κει που ήταν σκόρπια από τους περισπασμούς, βρίσκεται μόνη της και ηρεμεί, και ξυπνάει η καρδιά, για να εξερευνήσει τα θαυμάσια του Θεού. Και αν δείξει καλή υπομονή σ’ αυτή την εργασία της ησυχίας, αρχίζει ο μοναχός και οδεύει, ολίγον κατ’ ολίγον, στην καθαρότητα της ψυχής. (336 – 7).

 

Τι είναι απάθεια

 

100.     Απάθεια είναι όχι το να μην αισθάνεσαι τα πάθη, αλλά το να μην τα δέχεσαι και να μη συγκατατίθεσαι σ’ αυτά. Από τις πολλές και διάφορες αρετές, τις φανερές και τις κρυφές, που αποκτούν οι αγωνιστές, εξασθενούν μέσα τους τα πάθη και δεν έχουν τη δύναμη να κινηθούν κατά της ψυχής. Έτσι, και ο νους δε χρειάζεται πάντοτε να προσέχει τις κινήσεις τους, διότι κάθε ώρα και στιγμή, νύχτα και μέρα, είναι γεμάτος από καλούς λογισμούς, αφού μελετά τα θεία νοήματα και, κατά κάποιον τρόπο, συνομιλεί με αυτά. Όταν, λοιπόν, αρχίσουν τα πάθη να κινούνται μέσα στους αγωνιστές, ξαφνικά αρπάζεται ο νους από αυτά τα θεία νοήματα, που τα αισθάνεται πολύ κοντά του, και έτσι, τα πάθη μένουν ανενέργητα, όπως είπε ο μακάριος Μάρκος ο ασκητής. (310).

 

Η ψυχή από τη φύση της είναι απαθής

 

101.     Λοιπόν, τα πάθη είναι προσθήκη στον άνθρωπο, και η αιτία για την ύπαρξή τους είναι ότι τα δέχεται η ψυχή διότι η ψυχή δημιουργήθηκε από το Θεό απαθής, χωρίς κανένα πάθος. Και όταν ακούσεις να ονομάζονται στην αγία Γραφή πάθη ψυχικά και σωματικά, να γνωρίζεις ότι ονομάζονται έτσι ως προς τις αιτίες τους, ότι δηλαδή η ψυχή και το σώμα είναι η αιτία των παθών, επειδή τα δέχονται. Η ψυχή λοιπόν, από τη φύση της είναι απαθής. Βέβαια, οι μη χριστιανοί φιλόσοφοι αυτό δεν το παραδέχονται, και όσοι άλλοι τους ακούν και τους ακολουθούν. Αλλά εμείς οι ορθόδοξοι έτσι πιστεύουμε, ότι ο Θεός τον «κατ’ εικόνα», άνθρωπο τον έπλασε απαθή. Και όταν λέω «κατ’ εικόνα», δεν αναφέρομαι στο σώμα, αλλά στην ψυχή, που είναι αόρατη, όπως ο Θεός.

Αν ήταν κάποτε η φύση της ψυχής φωτεινή και καθαρή, διότι φωτιζόταν από το μακάριο φως του Θεού, ομοίως και όταν επανέλθει στην αρχαία εκείνη κατάσταση, γίνεται πάλι φωτεινή και απαθής. Επομένως, όταν η ψυχή κινείται με εμπάθεια, βρίσκεται έξω από τη φυσική της κατάσταση, όπως μας βεβαιώνουν όσοι ζουν στην Εκκλησία και τρέφονται από την αγία της παράδοση. (314 – 5).

102.     Εάν λοιπόν η αρετή είναι φυσική υγεία της ψυχής, συμπεραίνουμε ότι τα πάθη είναι αρρώστια της ψυχής, γιατί ήρθαν σ’ αυτήν αργότερα, μετά τη δημιουργία της, και την έβγαλαν από τη φυσική της υγιή κατάσταση. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η υγεία υπήρχε στη φύση της ψυχής πριν από την αρρώστια. Και αν αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι, λοιπόν η αρετή είναι φυσική κατάσταση της ψυχής, ενώ τα πάθη την πρόσβαλαν απ’ έξω και δεν ανήκουν στη φύση της. (317).

103.     Εάν τα πάθη ήταν φυσικό ιδίωμα της ψυχής, για πιο λόγο να βλαφτεί απ’ αυτά; Διότι όσα είναι της φύσεως, δεν μπορούν να βλάψουν τη φύση τους (318).

 

 

 

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ – ΘΛΙΨΗ –ΠΟΝΟΣ – ΥΠΟΜΟΝΗ

 

Με την ταπείνωση περιορίζουμε τους πειρασμούς των θλίψεων

 

104.     Ας θυμηθούμε τους ενόχους που παραδίδονται στα χέρια των δικαστών, για να τιμωρηθούν για τα κακά τους έργα. Αυτοί, όταν αρχίσουν να τους βασανίζουν, άμα ταπεινώσουν τον εαυτό τους και, χωρίς καθυστέρηση, ομολογήσουν την αδικία τους, τιμωρούνται λιγότερο και με λίγους πόνους γλιτώνουν. Εάν όμως είναι άκαμπτοι και δεν ομολογούν, τα βασανιστήριά τους πληθαίνουν και στο τέλος, ύστερα από πολλά βάσανα που τραβούν και αφού τα πλευρά τους καταπληγωθούν, αναγκάζονται και, χωρίς να το θέλουν, ομολογούν, αλλά δεν ωφελούνται καθόλου, γιατί τράβηξαν όλο τον πόνο. Έτσι λοιπόν συμβαίνει και με μας. Διότι και εμείς για τα ανόητα αμαρτηματά μας παραδινόμαστε, για να ελεηθούμε, στα χέρια του δίκαιου κριτή όλων των ανθρώπων και δεχόμαστε τα χτυπήματα των θλίψεων, μέχρι να ομολογήσουμε, οπότε μαλακώνει η τιμωρία. Εάν λοιπόν, την ώρα που έρχεται κατεπάνω μας το ραβδί του δικαστή, ταπεινωθούμε και θυμηθούμε τα αδικήματά μας και ομολογήσουμε ενώπιον του δικαστή, με λίγους πειρασμούς και θλίψεις γρήγορα γλιτώνουμε. Όμως, πάνω στο μαστίγωμα, μπορεί να μας πιάσει το πείσμα, οπότε δεν ομολογούμε ότι εμείς φταίμε και ότι αξίζουμε να πάθουμε ακόμη περισσότερα, αλλά ρίχνουμε το φταίξιμο για τα δικά μας αμαρτήματα στους ανθρώπους, ή ακόμη και στους δαίμονες και, καμιά φορά, και στη δικαιοσύνη του Θεού και, έτσι, βγάζουμε αθώο τον εαυτό μας για τις ανομίες μας.

Και πεισματώνουμε και δεν μετανοούμε, ενώ γνωρίζουμε ότι ο Θεός ξέρει καλύτερα ποιο είναι το συμφέρον μας, και ότι η δικαιοσύνη του απλώνεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ότι χωρίς να δώσει εντολή ο Θεός δεν τιμωρείται κανένας άνθρωπος. Εάν λοιπόν αντιμετωπίζουμε με τέτοιο πείσμα τις θλίψεις μας, ό,τι έρχεται στο κεφάλι μας μας φέρνει ασταμάτητη λύπη, και οι θλίψεις μας γίνονται οδυνηρές, και διαδέχονται η μια την άλλη, μέχρι να αποκτήσουμε αληθινή αυτογνωσία και να ταπεινωθούμε και να καταλάβουμε καλά ότι ανομήσαμε. Έτσι όμως, αν εμείς επιμένουμε και αναγκασθούμε στο τέλος να ομολογήσουμε, η ομολογία μας αυτή δε μας ωφελεί ως προς τους πόνους, αφού ήδη έχουμε υποφέρει όλες τις θλίψεις και τους πειρασμούς και έχουμε στερηθεί την παρηγοριά που φέρνει η μετάνοια. (279 – 80).

Οι ακούσιες θλίψεις οικονομούνται από τη φιλανθρωπία του Θεού

 

105.     Εάν κάποιος με την θέλησή του στερηθεί τα αγαθά του κόσμου, όσο τα στερείται, τόσο το έλεος του Θεού τον ακολουθεί, και τον βαστάζει και τον συντηρεί η φιλανθρωπία του Θεού.

Όσοι όμως έχουν αδύνατη θέληση και, γι’ αυτό, δεν μπορούν ν’ αποκτήσουν την αιώνια ζωή, καθοδηγεί ο Θεός τις ψυχές τους με ακούσιες θλίψεις στην αρετή. Γιατί και εκείνος ο φτωχός Λάζαρος δε στερούνταν με τη θέλησή του τα αγαθά τούτου του κόσμου, αλλά και το σώμα του είχε πληγές, και έτσι δύο πικρά παθήματα είχε (τη στέρηση των αγαθών και τις πληγές), που το ένα ήταν χειρότερο από το άλλο. Όμως στο τέλος τιμήθηκε στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός είναι πολύ κοντά στη λυπημένη καρδιά του ανθρώπου, που με θλίψη φωνάζει προς αυτόν. Και μπορεί να στερήσει τον άνθρωπο στα σωματικά αγαθά, ή με άλλον τρόπο να τον στεναχωρήσει. Όλα αυτά όμως τα κάνει, μέχρι να μάθουμε την υπομονή. Σαν το γιατρό που χειρουργεί έναν βαριά ασθενή, για να τον κάνει υγιή. Ωστόσο, στην ψυχή του θλιβομένου ο Κύριος δείχνει μεγάλη φιλανθρωπία, ανάλογη με τη σκληρότητα των πόνων που τη στεναχωρούν. (105 – 6).

Στις θλίψεις να εμπιστευόμαστε στην σοφία και στη δύναμη του Θεού

 

106.     Ούτε οι δαίμονες, ούτε τα θηρία που βλάπτουν τους ανθρώπους, ούτε οι κακοί άνθρωποι μπορούν να εκπληρώσουν το θέλημά τους, ώστε να αφανίσουν και να καταστρέψουν τους άλλους, αν δεν το επιτρέψει ο Θεός, που κυβερνά τον κόσμο, και αν δεν ορίσει μέχρι ποιο σημείο μπορούν να βλάψουν. Γιατί ο Θεός δεν επιτρέπει να ενεργούν με απεριόριστη ελευθερία. Γιατί αν γινόταν αυτό, δε θα μπορούσε να επιβιώσει κανένα ζωντανό πλάσμα. Ο Κύριος δεν αφήνει τα κτίσματά του να τα πλησιάσει η δύναμη των δαιμόνων και των κακών ανθρώπων και να τα βλάψουν κατά το θέλημά τους. Για τούτο να λες πάντα στην ψυχή σου: Έχω φύλακα το Θεό, που με φυλάει, και κανένα φθοροποιό κτίσμα δεν μπορεί να παρουσιασθεί μπροστά μου, παρά μόνο αν έχει την άδεια του Θεού. Πίστεψε ακόμη πως δεν τολμούν ούτε να φανούν στα μάτια σου, ούτε να σε κάνουν να ακούσεις με τ’ αυτιά σου τις απειλές τους. Γιατί, αν είχαν άδεια από το Θεό να ενεργούν απεριόριστα το κακό, δε θα χρειάζονταν τα λόγια τους για να σε φοβίσουν, αλλά θα εκπλήρωναν κατ’ ευθείαν το έργο τους σύμφωνα με το θέλημά τους.

Και πάλι να λες στον εαυτό σου: Εάν είναι θέλημα του Κυρίου μου να εξουσιάσουν το πλάσμα του οι πονηροί δαίμονες και άνθρωποι, κι αυτό το δέχομαι με χαρά, σαν τον άνθρωπο που δε θέλει να καταργήσει το θέλημα του Κυρίου του. Και έτσι στους πειρασμούς σου θα γεμίσεις από χαρά, γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι σε κυβερνά και σε κατευθύνει μέσα στους πειρασμούς το νεύμα του Κυρίου. Λοιπόν, στήριξε την καρδιά σου έχοντας εμπιστοσύνη στον Κύριο, και μη φοβηθείς ούτε από φόβο νυχτερινό, ούτε από βέλος που εκτοξεύεται την ημέρα. Γιατί λέει η Γραφή πως η πίστη του δικαίου στο Θεό εξημερώνει τα άγρια θηρία και τα κάνει σαν τα πρόβατα. (12).

 

Να ευγνωμονούμε το Θεό για τις θλίψεις και να τις υπομένουμε με χαρά, γιατί μας αγαπά ο Θεός

 

107.     Ο Θεός πολλές φορές παραχωρεί να δοκιμασθούν οι ενάρετοι ασκητές με την έλλειψη των υλικών αγαθών και αφήνει, όπου και να βρίσκονται, να ξεσηκωθούν πειρασμοί εναντίον τους, και (οι πειρασμοί) τους πληγώνουν με σωματικές αρρώστιες, όπως τον Ιώβ, και τους βάζουν στη φτώχεια και στον κίνδυνο του αφανισμού από ανθρώπους αποστάτες, και τους κάνουν να υποφέρουν χάνοντας αυτά που έχουν αποκτήσει. Μόνο στις ψυχές τους δεν πλησιάζει καμιά βλάβη. Διότι δεν είναι δυνατό, όταν βαδίζουμε στο δρόμο του Θεού, να μη μας συναντήσουν δυσάρεστα πράγματα και καταστάσεις, και το σώμα μας να μην ταλαιπωρείται με αρρώστιες και κόπους, και να μένει ανενόχλητο, αν βέβαια αγαπήσουμε τη ζωή της αρετής. Ο άνθρωπος που περνάει τη ζωή του κατά το αμαρτωλό του θέλημα, που κυριεύεται από φθόνο ή καταγίνεται με τον αφανισμό της ψυχής του ή με κάτι άλλο που τον βλάπτει, αυτός ο άνθρωπος καταδικάζεται από το Θεό. Εάν όμως, ενώ βαδίζει στο δρόμο της αρετής, και ζει κατά το θέλημα του Θεού μαζί με πολλούς άλλους που κάνουν τον ίδιο αγώνα, συναντήσει κάτι δυσάρεστο και λυπηρό, δεν είναι σωστό να ξεστρατίσει από το δρόμο της αρετής. Απεναντίας, πρέπει να δεχθεί το πράγμα με χαρά και χωρίς να το εξετάζει με μεμψιμοιρία, και να ευχαριστήσει το Θεό που του’ στειλε αυτή τη χάρη. Να τον ευχαριστήσει ακόμη που αξιώθηκε να πέσει σε δοκιμασία για την αγάπη του και να γίνει συμμέτοχος των παθημάτων των Προφητών και των Αποστόλων και των άλλων Αγίων, που υπέμειναν τις θλίψεις χωρίς να ξεστρατίσουν από το δρόμο του Θεού, είτε έρθουν οι πειρασμοί από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες είτε από το σώμα του. Διότι χωρίς την άδεια και την παραχώρηση του Θεού δεν είναι δυνατό να τον βρει ο πειρασμός, που θα γίνει γι’ αυτόν αφορμή της κατά Θεόν ζωής. Δεν είναι δυνατό ο Θεός να ενεργήσει διαφορετικά, για να ευαρεστήσει αυτόν που θέλει να είναι κοντά του παρά να επιτρέψει να δοκιμασθεί για την αφοσίωσή του στην αλήθεια του ευαγγελίου. Κι αυτό, επειδή από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει άξιος της μεγαλωσύνης της αρετής και, για ν’ αποκτήσει τις θείες ευεργεσίες, δεν μπορεί να μπει σε θλίψεις από μόνος του και, ακόμη να χαρεί γι’ αυτές, χωρίς να έχει το χάρισμα της υπομονής από το Χριστό. Αυτό το μαρτυρεί και ο άγιος απόστολος Παύλος. Διότι τόσο μεγάλο είναι αυτό το πράγμα, δηλαδή να ετοιμάζεται κάποιος να υποστεί θλίψεις γιατί ελπίζει στο Θεό, ώστε φανερά το ονομάζει χάρισμα. Διότι λέγει: «Σε σας δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύετε στο Χριστό, αλλά και να υποφέρετε γι’ αυτόν» (Φιλπ. 1, 29). Και, όπως ο άγιος απόστολος Πέτρος έγραψε στην επιστολή του, «όταν υποφέρετε για τη δικαιοσύνη, είστε μακάριοι, διότι έχετε γίνει κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού» (1 Π. 3, 14). Λοιπόν, δεν είναι σωστό να χαίρεσαι όταν όλα πάνε καλά, ενώ στις θλίψεις και στις στεναχώριες να κατσουφιάζεις και να σκέφτεσαι (για τις θλίψεις) ότι είναι ξένες προς το δρόμο του Θεού. Διότι από την αρχή του κόσμου και από γενεάς εις γενεάν το δρόμο του Θεού τον βαδίζουν οι άνθρωποι με το σταυρό και το θάνατο. Από που σου ήρθε όμως να μη θέλεις τις θλίψεις; Να μάθεις λοιπόν, έτσι που σκέφτεσαι, ότι δεν είσαι στο δρόμο του Θεού. Δε θέλεις να περπατήσεις στα ίχνη των αγίων, παρά θέλεις να φτιάξεις άλλο, δικό σου δρόμο, και να βαδίζεις σ’ αυτόν χωρίς ναν παθαίνεις τίποτε.

Ο δρόμος του Θεού είναι καθημερινός σταυρός. Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό με άνεση. Ο δρόμος της άνεσης και της καλοπέρασης γνωρίζουμε που καταλήγει. Ο Θεός όμως ποτέ δε θέλει να μένει χωρίς φροντίδες αυτός που αφιερώθηκε σ’ αυτόν με όλη του την καρδιά. Απεναντίας, θέλει να φροντίζει συνεχώς για την αρετή. Αλλά και από τούτο καταλαβαίνουμε ότι ο Θεός τον νοιάζεται, από το ότι του στέλνει συνεχείς θλίψεις.

Όσοι περνούν τη ζωή τους με πειρασμούς, ποτέ η θεία πρόνοια δεν παραχωρεί να πέσουν στα χέρια των δαιμόνων, μάλιστα δε, αν σκύβουν και φιλούν ταπεινά τα πόδια των αδελφών, και σκεπάζουν τα πταίσματά τους και τα κρύβουν σαν να είναι δικά τους. Όποιος θέλει να ζει τη ζωή του χωρίς να φροντίζει για την αρετή, και το κάνει αυτό ενσυνείδητα, και παράλληλα θέλει να βαδίζει στο δρόμο της αρετής, αυτός δεν έχει ιδέα απ’ αυτό το δρόμο. Οι δίκαιοι όχι μόνο αγωνίζονται εκουσίως για αγαθά έργα, αλλά και χωρίς να το θέλουν, βρίσκονται σε μεγάλο αγώνα με τους πειρασμούς, για να δοκιμασθεί η υπομονή τους. Διότι όταν η ψυχή έχει φόβο Θεού, δε φοβάται από τίποτε που βλάπτει το σώμα, επειδή η ελπίδα της είναι στο Θεό και σε τούτη τη ζωή κα στη μέλλουσα, που δεν έχει τέλος. Αμήν. (16 – 8).

 

Μην ξεκινήσεις την εργασία της αρετής αν δεν είσαι έτοιμος να συγκρουσθείς με τον εχθρό

 

108.     Όταν θέλεις ν’ αρχίσεις κάποια θεάρεστη εργασία, πρώτα να ετοιμασθείς ενάντια στους πειρασμούς που θα σε βρουν, και μη διστάσεις καθόλου. Γιατί ο εχθρός έχει συνήθεια, όταν δει κάποιον να ξεκινά με θερμή πίστη ένα καλό και σωτήριο έργο, να τον εμποδίζει με ποικίλους και φοβερούς πειρασμούς, για να φοβηθεί απ’ αυτούς, και να ψυχρανθεί η καλή προαίρεσή του, ώστε να μην έχει πια καμιά επιθυμία να ασχοληθεί με τη θεάρεστη εργασία. Όχι βέβαια, διότι έχει τέτοια δύναμη ο εχθρός – γιατι, αν είχε, κανείς δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει το καλό -, όμως το επιτρέπει ο Θεός, όπως έχουμε μάθει από την περίπτωση του δίκαιου Ιώβ. Συ λοιπόν ετοίμασε τον εαυτό σου, ώστε να συγκρουσθείς με γενναιότητα με τους πειρασμούς που αντίκεινται στις αρετές, και τότε μόνο να ξεκινήσεις τη θεάρεστη εργασία σου. Αν δεν προετοιμασθείς καλά για την απόκρουση των πειρασμών, μην ξεκινήσεις την εργασία των αρετών. (19).

 

Η σοφία του Θεού στους πειρασμούς των θλίψεων

109.     Όπως πλησιάζουν τα βλέφαρα το ένα το άλλο, έτσι και οι πειρασμοί είναι κοντά στους ανθρώπους. Και αυτό το οικονόμησε ο Θεός να είναι έτσι, με σοφία, για να έχουμε ωφέλεια. Για να κρούεις δηλαδή επίμονα, εξαιτίας των θλίψεων, τη θύρα του ελέους του Θεού και για να μπει μέσα στο νου σου, με το φόβο των θλιβερών πραγμάτων, ο σπόρος της μνήμης του Θεού, ώστε να πας κοντά του με τις δεήσεις, και να αγιασθεί η καρδιά σου με τη συνεχή ενθύμησή του. Και ενώ εσύ θα τον παρακαλείς, αυτός θα σε ακούσει. (25).

 

Μέσα στις θλίψεις γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού

 

110.     Για να μη χάσεις την εμπιστοσύνη σου και την αφοσίωσή σου στο Θεό, γι’ αυτό ο Θεός οικονόμησε να είσαι στις θλίψεις και, ακόμη, για να μην ξεστρατίσεις από το δρόμο του και προκαλέσεις τη δίκαιη οργή του, οπότε θα σε τιμωρήσει και, άμα δεν μετανοήσεις, θα σε εξολοθρέψει και θα χάσεις τη χάρη της παρουσίας του. Σκέψου ακόμη τι ασέβεια και τι πολλές βλάσφημες και ακατονόμαστες ενέργειες φέρνει στη ζωή μας η ευημερία και η καλοπέραση και η έλλειψη του φόβου του Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν, και με τα παθήματά μας και με τα διάφορα λυπηρά πράγματα που έρχονται, επαυξάνει την ενθύμησή του στην καρδιά σου, και από το φόβο των δυσάρεστων σε ξυπνάει για να κρούσεις την πύλη της ευσπλαχνίας του. Και μ’ αυτή την αιτία σε απολυτρώνει από τα θλιβερά και σπέρνει μέσα στην καρδιά σου τη θεϊκή αγάπη. Και αφού βάλει μεσα σου την αγάπη, σε φέρνει κοντά και σε τιμά με το χάρισμα της υιοθεσίας, και σου φανερώνει την πλούσια χάρη του. Πως αλλιώς θα γνώριζες ότι προνοεί και νοιάζεται για σένα με αγάπη και σε φροντίζει, αν δεν έρχονταν καταπάνω σου οι θλίψεις; Διότι κυρίως με τον πόνο και τη θλίψη είναι δυνατό να πληθυνθεί η αγάπη του Θεού στην ψυχή σου και να τη γεμίσει. Αυτά σε κάνουν να γνωρίσεις τα χαρίσματά του και φέρνουν στη μνήμη σου την πολλή πρόνοια που έχει για σένα. Όλα αυτά τα πνευματικά αγαθά γεννιούνται από τα λυπηρά, για να μάθεις να ευγνωμονείς για όλα το Θεό. Λοιπόν, να θυμάσαι το Θεό, για να σε θυμάται και αυτός πάντοτε. Και αφού σε θυμηθεί και σε σώσει από τις θλίψεις, θα λάβεις απ’ αυτόν κάθε ευλογία και θα είσαι μακάριος. Μην τον ξεχάσεις λοιπόν, σκορπίζονας το νου σου στις ματαιότητες, για να μη σε ξεχάσει τότε που θα έχεις πόλεμε με το κακό. Όταν όλα πάνε καλά στη ζωή σου, να υπακούεις στο Θεό και να τηρείς τις εντολές του, για να έχεις κοντά του παρρησία στις θλίψεις σου με την καρδιακή και επίπονη προσευχή και παράκληση. (25 – 6).

 

Όσοι νεκρώνονται για τον κόσμο, ετοιμάζονται και υπομένουν τα δυσάρεστα με χαρά

 

111.     Άμα χτυπήσει ο πειρασμός να άδικο, δεν έχει κουράγιο και θάρρος να επικαλεσθεί τη βοήθεια του Θεού, ούτε να περιμένει απ’ αυτόν τη σωτηρία. Διότι τον καιρό που δεν είχε θλίψεις και ήταν αναπαυμένος, απομακρύνθηκε από το θέλημά του. Προτού ν’αρχίσεις τον πόλεμο, ζήτησε επίμονα να συνάψεις συμμαχία, και προτού να αρρωστήσεις, ζήτησε να μάθεις ποιος είναι καλός γιατρός. Έτσι, και προτού να έρθουν κατεπάνω σου τα θλιβερά, να προσεύχεσαι, οπότε στον καιρό των δυσάρεστων πληγμάτων θα βρεις το Θεό βοηθό, και θα σε ακούσει με προσοχή. Προτού να γλιστρήσεις και πέσεις στην απόγνωση, να επικαλείσαι και να παρακαλείς το Θεό. Και προτού να προσευχηθείς, να έχεις φυλάξει τις μοναχικές σου υποσχέσεις, που είναι τα εφόδιά σου στο δρόμο του Θεού. Η κιβωτός του Νώε σε καιρό ειρήνης κατασκευάσθηκε, και τα δέντρα για την ξυλεία της είχαν φυτευθεί πριν εκατό χρόνια. Έτσι, τότε που ξέσπασε η οργή του Θεού για την αμετανοησία των ανθρώπων, οι άδικοι και αμελείς χάθηκαν, ενώ για τον δίκαιο και προνοητικό Νώε έγινε η κιβωτός σκέπη σωτηρίας.

 

 

 

 

Όσοι νεκρώθηκαν για τον κόσμο, αυτοί υπομένουν τους πειρασμούς και τα δυσάρεστα με χαρά, ενώ αυτοί που ζουν κοσμικά δεν έχουν τη δύναμη να υποφέρουν την αδικία. Αυτοί ή νικιούνται από την κενοδοξία τους και οργίζονται και ταράσσονται, φερόμενοι με τρόπο παράλογο, ή κυριεύονται από τη λύπη και την απόγνωση. (27 – 8).

Για ποιους λόγους παραχωρούνται οι πειρασμοί

 

112.     Γι’ αυτό παραχωρεί ο Κύριος στους αγίους, που τον αγαπούν, αιτίες για ταπείνωση και για συντριβή της καρδιάς, η οποία επιτυγχάνεται με επίπονη προσευχή, για να πλησιάσουν κοντά του με ταπείνωση. Και πολλές φορές τους προκαλεί φόβο με τα σωματικά παθήματα, και με ολισθήματα στις αισχρές και βρομερές ενθυμήσεις, με ονειδισμούς και προσβολές και ραπίσματα. Και άλλοτε, με αρρώστιες και αδυναμίες σωματικές ή με τη φτώχεια, με έλλειψη των αναγκαίων για τη συντήρηση του σώματος και, ακόμη, με τρομερό φόβο και εγκατάλειψη, και με φανερό πόλεμο του διαβόλου. Μερικές φορές τους ανθρώπους του ο Κύριος του κάνει να ταπεινωθούν και με διάφορα άλλα πράγματα. Όλα αυτά γίνονται, για να μη νυστάξουν και πέσουν στην αμέλεια ή μπορεί να συμβαίνουν, για να βρει την ψυχική του υγεία ο αγωνιστής, την οποία έχασε εξαιτίας των αμαρτιών του, ή για να προφυλαχθεί φοβούμενος τα μελλοντικά δεινά. Ώστε η ανάγκη είναι που φέρνει τους πειρασμούς στους ανθρώπους και τους κάνει ωφέλιμους. Δε λέω όμως, ότι πρέπει ο άνθρωπος να χαυνωθεί με τη θέλησή του από τους αισχρούς λογισμούς, για να τους ενθυμείται και να βρει, έτσι, πρόφαση για ταπείνωση. Ούτε λέω να ζητήσει να εισέλθει στους διάφορους άλλους πειρασμούς. Αλλά θέλω να πως ότι πρέπει ο άνθρωπος, ενώ κάνει το καλό, να είναι πάντοτε προσεκτικός, και να φυλάει την ψυχή του από την αμαρτία, και να συλλογίζεται ότι είναι κτιστός και, επομένως, εύκολα μπορεί να πέσει. Κάθε κτιστός (άνθρωπος) χρειάζεται τη δύναμη του Θεού να τον βοηθήσει, και όποιος χρειάζεται τη βοήθεια άλλου, έχει κάποια φυσική αδυναμία. Και όποιος έχει συναίσθηση της ασθένειας και της αδυναμίας του, είναι ανάγκη να ταπεινωθεί και να ζητήσει, για να πάρει αυτό που του χρειάζεται απ’ αυτόν που έχει να του το δώσει. Εάν λοιπόν από την αρχή ήξερε και έβλεπε την ασθένειά του, ποτέ δεν θα τον έπιανε αμέλεια. Και άμα δεν είχε αμέλεια, δε θα κοιμόταν ξένοιαστος, και δε θα παραδινόταν στα χέρια αυτών που τον πληγώνουν με τις θλίψεις, για να τον ξυπνήσουν τελικά από την αμέλειά του.

Λοιπόν, ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας μην εγκαταλείψει το στάδιο και τον αγώνα, αλλ’ ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλαδή να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. Στο Θεό που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. Αυτό να μην περάσει από το νου μας. Ας είναι δοξασμένο το όνομά του εις τους αιώνας. Αμήν. (85 -6).

Ο σταυρός των πειρασμών σώζει από την υψηλοφροσύνη και οδηγεί στην αρετή

 

113.     Όταν η θεία χάρη δει ότι ο άνθ